Στιγμές στέκουνε απογυμνωμένες από κλάμα. Ελεύθερες παρελθόντος. Έρημες γυναίκες που πια γεράσαν στην αναμονή. Αγόρια που δεν κατατάχτηκαν ποτέ. Και τώρα που δεν είναι αργά τι λες; Αυτή η παρόρμηση είναι τόσο δυνατή. Δεν το συγκρατώ πια. Να δώσω μια και να βρεθώ πάλι στην αυλή σου και να είναι Αύγουστος. Να πίνουμε ούζο χύμα και να στρίβουμε τσιγάρα από τη δική σου τσέπη. Πώς τα κατάφερα πάλι να μείνω χωρίς καπνό; Και να μου γελάς όσο σου αναλύω θεωρίες και μπερδεύω τις βάσεις της κουβέντας. Και να μου λές ότι θα μάθω με τον καιρό να μη γέρνω, να μην ανησυχώ θα έρχεσαι να με βλέπεις. Και μετά θα έρθει ο Σ. ή ο Μ. για να φέρει την καρέκλα του και το ούζο το καλό. Να μας κοροιδέψει που τόση ώρα πίνουμε αηδίες. Και μετά να τον ρωτήσω χαζά αν είναι καλά, τώρα που τελείωσε η δική του αναμονή, για να μου απαντήσει πικραμένα πως είμαι μικρή ακόμα για να γέρνω έτσι. Και τότε να με χαιδέψεις τρυφερά εν είδη υπεράσπισης που όμως εγώ δεν τη χρειάζομαι. Δεν είμαι μικρή δεν το βλέπεις; Να γελάς με τον παράλογο θυμό μου και να μου λες ότι πρέπει να πάψω να σκηνοθετώ τις στιγμές και τη ζωή μου. Να σου θυμώνω συνέχεια μα τι περίεργο πράγμα ποτέ να μην καταφέρνω να το κρατήσω για πολύ. Και μετά να σηκωθείς να φέρεις την κιθάρα. “Ό,τι κι αν έχεις στην καρδιά, να μου το λες μικρό μου..” Να μην μπορώ πια παρά να χαμογελάσω μισά προς τα αριστερά και να σε κοιτάω. “Κι όχι να κάθεσαι να κλαίς, παραπονιάρικό μου..” Ο Σ. να γελάει με τα χάλια μου. Ο Μ. να με παρηγορεί, πάντα μου είχε αδυναμία. Να κοιμάμαι στο αμάξι σου όταν θα με γυρνάς σπίτι. Να φτάνουμε σπίτι και να με ξυπνάς με ένα χάδι που ξεκίνησε αλλά ποτέ δεν έφτασε.
“Ξύπνα μπέμπα.”

Advertisements