Η ώρα πέρασε απότομα και ξαφνικά τον βλέπει μπροστά της. Έτσι όπως τον θυμόταν, ελαφρά γερτό προς τ’ αριστερά.. Δεν τη θυμήθηκε. Ή τουλάχιστον δεν φάνηκε κάτι τέτοιο.
Τον κοιτούσε για ώρα ανάμεσα από καπνούς. Όσο περνούσε η ώρα ξεχνιόταν όλο και περισσότερο. Δεν μπορούσε να τον αναγνωρίσει. Όπως ήταν τώρα. Όπως ήταν παλιά τον θυμόταν. Να κοιμάται, να γελάει να τρώει. Όλες τις βασικές του λειτουργίες. Και πώς άλλαζε το πρόσωπό του την ώρα που έχυνε. Σαν να μην ήταν αυτός. Σαν να είχε πάρει τη θέση του κάποιος άλλος. Κάποιος άσχημος, κάποιος τρομακτικός. Τον εξανάγκαζε την ώρα εκείνη να της λέει «σ’αγαπώ». Και της το ΄λεγε. Με τον καιρό έμαθε πως οι άντρες λένε οτιδήποτε εκείνη την ώρα.. Με τον καιρό έμαθε να τον κοιτάει στα μάτια και να το απαιτεί. «Πες το μου, πες μου σ΄ αγαπώ». Και πάντα την κοιτούσε με μάτια λίγο θολά, έπνιγε το «χύνω» κι έλεγε «σ΄αγαπώ». Και μετά απλωνόταν πάνω της.
Η ώρα περνούσε και το μόνο που θυμόταν από αυτόν ήταν ότι σεξουαλικό μοιράστηκαν. Τίποτα άλλο. Τις άλλες βασικές του λειτουργίες τις διέγραφε. Μα τον κοιτούσε τώρα, ανάμεσα από καπνούς και δεν τον αναγνώριζε. Έψαχνε τα χέρια του, το πρόσωπό του με τα μάτια της σε αγωνία. Πήρε άλλο ένα ποτό να κάνει την αγωνία της απαλότερη.
Εκείνος γελούσε με την παρέα του. Της φάνηκε ότι την κοίταξε κανα-δυο φορές αλλά μετά τράβηξε το βλέμμα του. Προσπάθησε να το σκεφτεί λογικά. Είχαν περάσει τόσα χρόνια ήταν λογικό να μην την θυμάται. Όχι δεν ήταν λογικό. Ξαναθύμωνε. Αυτή τον θυμόταν. Δηλαδή όχι τον ίδιο ακριβώς.. περισσότερο την αίσθησή του. Την απώλεια την ξαφνική, την οργή την κόκκινη, τις χαρακιές τις κοντά στην επιφάνεια. Εκείνο το μήνα που φάνηκε ένα άλλο φεγγάρι που θα σηματοδοτούσε την αλλαγή. Δε θα ήταν πλέον άχρηστη, της το είπε το ίδιο. Και εκείνος αποφάσισε ότι δεν ήθελε. Και της το έκανε σαφές. Και μετά ήρθε η απώλεια.
Πήρε άλλο ένα ποτό. Η αγωνία μεγάλωνε αλλά ήταν όμορφα. Παράξενα όμορφα. Έγειρε πίσω το νέο και βελτιωμένο κεφάλι της. Γέλασε δυνατά. Του τράβηξε την προσοχή. Την κοίταζε με ενδιαφέρον. Της άρεσε. Μια εικόνα σχηματιζόταν αργά στο μυαλό της μα δεν ήταν πλήρης . Κάτι μπερδεμένα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της. Και η φωνή του. «Έτσι δεν είναι καλύτερα;». Και τα χέρια του. Να της χαϊδεύουν το παλιό της κεφάλι.
Τον είδε να διασχίζει το μήκος της ξύλινης μπάρας ενώ τα ηχεία βγάζανε τη φωνή του Morrison παραμορφωμένη. “Oh show me the way to the next whisky bar”. Του γύρισε την πλάτη και πήρε άλλο ένα ποτό.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;», ενώ τα χέρια χαϊδεύουν το παλιό κεφάλι της και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Γύρισε απότομα και τον είδε μπροστά της. Η ώρα πέρασε πολύ γρήγορα. Της χαμογέλασε. Έκανε μια τελευταία προσπάθεια να τον θυμηθεί. Μα δεν τον θυμόταν. Όπως ήταν τώρα δηλαδή ή όπως ήταν παλιά;
Έσκυψε ν’αφήσει το ποτήρι της στο πάτωμα απαλά. Σηκώθηκε αργά κοιτώντας σ’ όλη τη διάρκεια αυτού του κύκλου, επίμονα. Θυμήθηκε πώς του άρεσε να τον κοιτάει στα μάτια όσο τον είχε στο στόμα της. Γινόταν τρομακτικός όσο τον έγλειφε και τον κοίταζε και τότε δεν μπορούσε να του ζητήσει να της πει «σ’αγαπώ».
Και τώρα του άρεσε που τον κοίταζε, το έβλεπε. Γινόταν αλλιώτικος. Και εξακολουθούσε να μην τον θυμάται.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;»,με τα χέρια του απαλά τώρα εκεί που πριν λίγο ήταν σκληρά και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Του έκανε νόημα προς τις τουαλέτες. Θα τον θυμόταν σίγουρα το ‘χε βάλει πείσμα. Ή μήπως έπρεπε να την θυμηθεί αυτός ; Ή μήπως τίποτα δεν είχε σημασία απλά το νέο και βελτιωμένο κεφάλι της ζητούσε το γνωστό του άδειασμα, το γνωστό του ξόδεμα;
Την κοίταξε αιφνιδιασμένος αλλά δεν έφερε αντίρρηση. Την ακολούθησε. Οι τουαλέτες του μαγαζιού χάσκανε 10 βήματα μπροστά και τα περπάτησε με χάρη συνοδευμένη από την Joplin που διέτασσε “cry baby”. Τον ένιωθε πίσω της να ανοίγει το βήμα του να την προλάβει.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;»,με τα χέρια του απαλά τώρα εκεί που πριν λίγο ήταν σκληρά και της φέρανε έναν ξαφνικό πόνο που την έκοψε στα δυο ενώ άδειαζε άδειαζε και τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Άνοιξε την πόρτα της αριστερής τουαλέτας-έγερνε κι αυτή αριστερά από τότε (από πότε; Αφού δεν τον θυμόταν!)- και μπήκε μέσα με την πλάτη. Εκείνος ήρθε ξωπίσω της αλλά πριν προλάβει να της μιλήσει έπεσε πάνω του. Τον φιλούσε άγρια του έγλειφε τα γένια του τραβούσε τα μαλλιά πίσω στο σβέρκο.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης–

Της σήκωσε βιαστικά τη φούστα και τραβήχτηκε ψάχνοντας για προφυλακτικό. Τον σταμάτησε και δεν έφερε αντίρρηση. Τον ξανατράβηξε. Και επιτέλους μπήκε. Την πονούσε και τον ενθάρρυνε. Ο τοίχος πίσω της κρύος και τα χέρια του τη σφίγγανε στους γοφούς, την έσπρωχνε απότομα. Του γρατζουνούσε την πλάτη, τον δάγκωνε στον ώμο και τον περίμενε. Τον κοιτούσε να θυμηθεί. Και το πρόσωπό του άρχισε να αλλάζει. Μετά από δώδεκα φορές που είχε μπει και ξαναβγεί από μέσα της. Όπως παλιά.. Η εικόνα άρχισε να ξεκαθαρίζει , κάτι θυμόταν από αυτό το αγριεμένο πρόσωπο με τα σκούρα γένια που άλλαζε τρομακτικά καθώς άρχισε να βαριανασαίνει.

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης να της λέει ότι δεν θέλει αυτό το σκοπό και δεν της επιτρέπει να τον θέλει ούτε κι αυτή και τα χέρια του να απλώνονται εκεί χαμηλά στη ρίζα του σκοπού–

Μετά τον κοιτούσε που θα έχυνε και είχε αρχίσει να της θυμίζει πολλά.
Του τράβηξε το κεφάλι απότομα να το σταθεροποιήσει στα μάτια της, στην αγωνία της.
«Πες μου σ’αγαπώ»
Την κοίταξε ξαφνιασμένα αλλά τα σκοτάδια είχαν διαλυθεί και οι καπνοί το ίδιο. Δεν προλάβαινε να αλλάξει κάτι. Θα έχυνε και δεν μπορούσε να το προλάβει.
«Σ’αγαπώ», της είπε ξεψυχισμένα και με μια αγωνία που μεγάλωνε, η απορία του γινόταν σιγουριά αλλά δεν μπορούσε πια. Ξεφύσηξε στον τελευταίο του κύκλο, καi άρχισε σιγά – σιγά να γλιστράει προς το πάτωμα κρατώντας την ακόμα σφιχτά τα χέρια του στους γοφούς της.. Την κράτησε εκεί εγκλωβισμένη, ενώ ίδρωνε και απλωνόταν πάνω της, ενώ η ανάσα του επανερχόταν. Η μνήμη του όμως;

–«Έτσι δεν είναι καλύτερα;» πόνος χαμηλά εκεί που το φεγγάρι της είπε ότι πλέον είχε ένα σκοπό κι αυτός τα χέρια του με κοκκινισμένο το ανάποδο της παλάμης να της λέει ότι δεν θέλει αυτό το σκοπό και δεν της επιτρέπει να τον θέλει ούτε κι αυτή και τα χέρια του να απλώνονται εκεί χαμηλά στη ρίζα του σκοπού να τον ξεριζώνουν με το ανάποδο της παλάμης και ώρες μετά το νοσοκομείο τα σεντόνια κουβάρι ανάμεσα στα πόδια της, ένα κουβάρι με σκόρπιες κόκκινες σταγόνες–

Περίμενε να ηρεμήσει την ανάσα της. Έγειρε πίσω το νέο και βελτιωμένο της κεφάλι- οι γιατροί ήταν περήφανοι για την πρόοδό της- και με το αριστερό της χέρι έψαξε στο παπούτσι της για τη μικρή κοκάλινη λεπίδα.. Τη βρήκε μετά από δύο βόλτες. Την πέρασε πίσω από την γερτή αριστερά πλάτη του στο άλλο της χέρι. Εκείνος ανέπνεε βίαια ακόμα. Έγλειψε τα χείλη του να τα υγράνει πριν της μιλήσει. Δεν τον άφησε.. Του τέντωσε το κεφάλι πίσω κρατώντας τον από τα μαλλιά στη ρίζα του σβέρκου.
«Έτσι είναι καλύτερα».
Το δεξί της χέρι του άνοιγε ήδη δρόμο εκεί χαμηλά σ’ αυτό που συντέλεσε στη δημιουργία του σκοπού.
Μια φυσαλίδα αίμα στην άκρη των σκούρων χειλιών. Μια αγωνία στα μάτια του πια.
Και η λεπίδα άνοιγε δρόμους, εκεί, χαμηλά.
«Έτσι είναι καλύτερα».

Advertisements