Ζέστη, ζέστη. Ιδρώτας στην ανυπαρξία σου.
Στο καφενείο, εδώ στο παρκάκι, κυρίες παραγγέλνουν παγωτά με ομπρελίτσες.
Σκόρπιες κουβέντες και κόσμος, κόσμος πολύς.
Τι άσχημο μέρος για μουσική.
Μεγάλα κομμάτια κάτω, όπως της σκακιέρας αλλά κόκκινα.
Ποντάρω στο κόκκινο λοιπόν γιατί το μαύρο έχει να το κάτσει η μπίλια κάτι γύρους τώρα.
Τελειώνουν τα λεφτά και που να ψάχνεις για ξεχασμένα κέρματα τώρα.
Του-του-του νάιτ.
Έτσι λέω.
Αυτο-πυρπολήθηκε Αυτο-κτόνησε Αυτο-αναιρέθηκε
Μεγάλες στιγμές περνούν. Και δε μένουν οι ρουφιάνες ούτε για τσιγαράκι, αυτό το τελευταίο του δρόμου.
Μια μέρα, λίγες ώρες σαν τρείς.
Κοίτα που πήγε βράδυ κι ακόμα τριγυρνάω στα στενά πάνω από την πλατεία. Και θυμάμαι: κάπου εδώ στη Μεθώνης ένα ξεχασμένο μεθύσι. Πάλι ξημερώματα ήτανε. Και τριγυρνάω και τριγυρνάω. Και δεν το βρίσκω. Σταματάει κάποιος με μηχανή.
«Κοπέλα είσαι καλά;»
«Τσου», του κάνω με παιδικό παράπονο.
«Να σε βοηθήσω»
«Τσου», του κάνω και του βγάζω τη γλώσσα.
Γελάει.
«Έλα, ανέβα να σε πάω μια βόλτα»
Λάμπω. Παιδικό χαμόγελο σαν να σε κερνάνε τυρόπιττα Κυριακή πρωί.Νεύω καταφατικά και πηγαινοέρχεται η κοτσίδα μου. Καβαλάω τη μηχανή. Και με πάει βόλτα. Φτάνοντας Καλλιδρομίου τον ακουμπάω στον ώμο. Γυρίζει.
«Αυτό ήταν;», με ρωτάει χαμογελαστά.
Νεύω ξανά και πηγαινοέρχεται η κοτσίδα μου. Ξεκαβαλάω και ξεμακραίνω.
«Θα μου πείς το όνομά σου;», φωνάζει.Και ορκίζομαι οτι χαμογελάει.
«Τσου» του κάνω με παιδικό πείσμα.
Και ορκίζομαι οτι χαμογελάει.

Advertisements