O Λάμπρος έκλεισε πίσω του την πόρτα του ακριβά νοικιασμένου του loft κάπου στο Γκάζι. Χρόνια τώρα πλήρωναν οι γέροι του για να μπορεί ο ίδιος να χαίρεται την ησυχία του. Και φυσικά μια γυναίκα του καθάριζε κάθε βδομάδα. Αλλά όποτε υπήρχε γκόμενα στη ζωή του αναλάμβανε αυτή. Και να μην ήθελε την έπειθε. Ε τι την κυκλοφορούσε αν δεν ήταν σε θέση να παίξει το ρόλο της;
Ο Λάμπρος έδινε πολύ σημασία στους ρόλους. Εξάλλου και ο ίδιος ηθοποιός ήταν. Έτσι δήλωνε τουλάχιστον. Κάπου είχε ακούσει και μια φράση του Ίψεν και την επαναλάμβανε συνέχεια σε πρόθυμα και μη αυτιά. Εδραιωνόταν έτσι στις παρέες, κουλτουριάρικες και μη.
Πάτησε το κουμπί να ξεκλειδώσει το αμάξι του. Κοίταξε τριγύρω συνομωτικά πριν μπει, γιατί δεν ξέρεις και ποτέ από πού θα σου την πέσουνε. Η γειτονιά αυτή τα τελευταία χρόνια μάζευε πολλούς πούστηδες. Έτσι τους έλεγε ο Λάμπρος. Αλλά μόνο όταν ήταν μόνος του. Στις παρέες του, κουλτουριάρικες και μη τους αποκαλούσε gay. Δεν ξέρεις και ποτέ ποιος σε ακούει.
Τους σιχαινόταν. Εδώ που τα λέμε τι να μην σιχαθείς από αυτούς; Αλλά ο Λάμπρος είχε γενικά ένα θεματάκι με οτιδήποτε ξέφευγε από τα δικά του θεωρήματα. Ας πούμε σιχαινόταν και τους μετανάστες ή αλλιώς ξεβράκωτους κακομοίρηδες. Αλλά ούτε και αυτό το έλεγε. Δεν ξέρεις και ποτέ ποιος κάθεται πίσω σου στο μπαρ που μαζεύονται οι παρέες σου, κουλτουριάρικες και μη.
Απόψε το βράδυ θα συναντιόταν με μια παρέα κουλτουριάρικη. Εδώ που τα λέμε κάποιοι από αυτούς ήταν και αριστεροί. Οπα! Να και άλλη μια κατηγορία που ο Λάμπρος σιχαινόταν ίσως μάλιστα παραπάνω και από τη δεύτερη. Κι αυτό γιατί βρωμούσαν. Εντάξει όχι όπως οι μετανάστες ή αλλιώς ξεβράκωτοι κακομοίρηδες, αλλά είχαν κι αυτοί μια μυρωδιά..περίεργη σαν μουχλιασμένο στρώμα ένα πράγμα. Να μην επαναλάβουμε ότι φυσικά ούτε για αυτό μιλούσε ποτέ.
Οδηγώντας άκουσε από το ραδιόφωνο ένα τραγούδι για μια Ελένη. Νευρίασε και το έκλεισε πατώντας τόσο δυνατά το κουμπί που παραλίγο να ξεκολλήσει. Τώρα τι ήταν αυτό; Ο ψυχολόγος του του είχε πει να αναλύει πάντα τις ξαφνικές του μεταπτώσεις, γιατί προφανώς κάτι υπήρχε εκεί που έπρεπε να λυθεί. Όχι βέβαια ότι χρειαζόταν ψυχολόγο, αλλά αφού όλοι είχαν, εκείνος στην απέξω θα έμενε; Άσε που μέτραγε και πολύ στις γκόμενες. Κάτι παθαίνανε, σε θεωρούσανε πολύ ώριμο «συναισθηματικά για να κατανοήσεις πλέον και το δικό τους εσωτερικό κόσμο».
Ελένη , Ελένη.. α είχε μια γκόμενα παλιά που την λέγαν Ελένη. Γάμησε τη τώρα που τη θυμήθηκε.. Μια ξενέρωτη αγγελοκρουσμένη ήταν. Και ούτε που ήξερε να καθαρίζει. Αν και απ’ ότι θυμόταν ο λόγος που δεν της ξανατηλεφώνησε ποτέ ήταν ότι την πρώτη και τελευταία όπως φάνηκε, φορά που βγήκανε, η Ελένη μίλησε σε ένα φίλο της που καθόταν στο μπαρ. Και εκείνος ο φίλος της ήταν πολύ χαριτωμένος..τόσο χαριτωμένος που σίγουρα ήταν πούστης. Ναι ρε φίλε άκου να δεις, είχε βγεί μαζί του και έχανε την ώρα της να μιλάει με έναν πούστη. Κοίτα να δεις..
Έδιωξε την σκέψη της με μιας. Έπρεπε να συγκεντρωθεί.. ανάμεσα στα μουχλιασμένα στρώματα που θα συναντούσε απόψε ήταν και ένας σκηνοθέτης.. και έπρεπε να του κολλήσει μπας και τον πάρει στην επόμενη παράσταση που θα ανέβαζε. Γιατί είχαν περάσει 2 χρόνια από την τελευταία φορά που ο Λάμπρος ανέβηκε στη σκηνή. Βλέπεις διάλεγε που θα εμφανιστεί. Ο ρόλος έπρεπε να του προσδίδει αντρισμό, ομορφιά, κάτι τέλος πάντων. Δεν ήταν δυνατόν ο Λάμπρος να παίξει Οθέλλο ας πούμε, όπως του είχαν προτείνει. Μα Οθέλλο; Δηλαδή τι; Έναν μαύρο; Δεν υπήρχε περίπτωση.
Μόνο που τώρα το μουχλιασμένο στρώμα θα ανέβαζε Μέγα Αλέξανδρο. Και αυτός ήταν ένας ρόλος για τον Λάμπρο. Ας ελπίσουμε μόνο πως δε θα του καρφωνόταν να ανεβάσει κάτι πρωτοποριακό, ας πούμε να αποκαλέσει τον Μέγα Αλέξανδρο ιμπεριαλιστή του κερατά. Να κάτι τέτοια κάνανε και ο Λάμπρος θύμωνε τόσο πολύ που χρειαζόταν 2 συνεδρίες για να επικοινωνήσει με τον ψυχολόγο του.
Έφτασε Ερμού και πάρκαρε στην πλατεία των Ασωμάτων. Ξεκίνησε με τα πόδια μέχρι μέσα στου Ψυρρή, στο μικρό μπαρ που μαζεύονταν οι παρέες του, κουλτουριάρικες και μη. Τον είχε πιάσει μια περίεργη διάθεση.. Κοιτούσε γύρω του και έβλεπε ανθρώπους, κτίρια. Τον εκνεύριζαν όλοι. Ούτε ένας κανονικός δεν κυκλοφορούσε. Τα ζευγάρια δεν ταιριάζαν μεταξύ τους, ξεβράκωτοι κακομοίρηδες πουλούσαν τριαντάφυλλα και πούστηδες κρατιόντουσαν από το χέρι κρυφά. Θυμήθηκε την Ελένη να χαριεντίζεται μ’ εκείνον τον χαριτωμένο.. Θυμήθηκε τον χαριτωμένο να της λέει «τα καλύτερα απορρυπαντικά είναι τα 45άρια» και την Ελένη να ρίχνει πίσω το κεφάλι της και να γελάει. Και ο Λάμπρος να τους κοιτάει με μίσος, να σκέφτεται πόσο εύκολα θα μπορούσε να τους χτυπήσει τα κεφάλια του ενός με του άλλου, το κρακ που θα ακουγόταν όταν θα τους τα τσάκιζε
-ΜΠΑΜ.
O Λάμπρος στράφηκε τρομαγμένος πίσω. Στο ερειπωμένο καφενείο της γωνίας το τζάμι είχε σπάσει. Πλησίασε χωρίς να πολυθέλει. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι του στην κωλότσεπη. Είχε ένα σπρέι πιπεριού εκεί. Του είχε φανεί χρήσιμο στο παρελθόν. Τότε που ο βρωμιάρης ξεβράκωτος Πακιστανός πήγε να του καθαρίσει τα τζάμια της μπέμπας του.. Του έριξε κατευθείαν στη μούρη και μάλιστα βγήκε από τη μπέμπα και τον κλώτσησε παρακεί , μην του ακουμπήσει και την πόρτα.. Ο ψυχολόγος του τον είχε κοιτάξει λίγο περίεργα όταν του το ανέφερε. Γάμησε τον γι’ αυτό ποτέ δεν του ξανάπε τίποτα πιο βαθύ. Έτσι ήταν καλύτερα και για τους δυό τους. Μερικές φορές σκεφτόταν ότι ο ψυχολόγος του ήταν χαριτωμένος. Και μετά απόδιωχνε τη σκέψη. Γιατί αν ο ψυχολόγος του ήταν χαριτωμένος , ο ίδιος τί ήταν που το σκεφτόταν;
Προχωρούσε. Έφτασε στην πόρτα. Ακούμπησε το ένα χέρι του στην κάσα και το άλλο το κράτησε σφιγμένο στο πλάι με το σπρέι ανοιχτό έτοιμο να ψεκάσει..
«Είναι κανείς εδώ;»
Από τις σκιές κάτι κουνήθηκε. Το εσωτερικό του μαγαζιού φωτιζόταν ελάχιστα και ο Λάμπρος διέκρινε μια παλιά τηλεόραση στημένη σε ένα χαμηλό τραπεζάκι, τόνους σκόνη και τίποτα άλλο.
Οπισθοχώρησε ελαφρά, εξακολουθώντας να σφίγγει το σπρέι.
Πισωπατώντας έκανε να απομακρυνθεί. Και τότε μύρισε. Μουχλα; Μουχλιασμένο στρώμα;
Η οθόνη της τηλεόρασης άναψε ξαφνικά. Γύρισε μαγνητισμένος. Έβλεπε μια άδεια σκηνή θεάτρου. Μια γυναίκα βγήκε από τις κουίντες, στάθηκε στη μέση της σκηνής και άρχισε να μιλάει με γεροτνίστικη, παραμορφωμένη φωνή. «Τάφε μου, κλίνη μου αιώνια..»
Ο Λάμπρος ανατρίχιασε. Όρμηξε στο καφενείο βγάζοντας ανάσα μαζί με κραυγή. Έπεσε στα γόνατα μπροστά στην οθόνη και άρχισε να ψεκάζει τη γυναίκα.. Έπρεπε να σταματήσει, να σταματήσει, τον τρέλαινε η φωνή της, ήταν σαν τη φωνή της Ελένης, σαν τη φωνή της μάνας του όταν φώναζε τον πατέρα του πούστη και την Βουλγάρα καθαρίστρια βρωμιάρα κακομοίρα, σαν τη φωνή του πατέρα του εκείνο το βράδυ που ο Λάμπρος σήκωσε κρυφά το τηλέφωνο και τον άκουσε να μιλάει σε μια άλλη γλώσσα με έναν άντρα, να γελάει και να βγάζει βογκητά και λαχανιάσματα, να σταματήσει, να σταματήσει.
Άρχισαν να τρέχουν σάλια, το δεξί του χέρι κρέμασε στο πλάι, το αριστερό συνέχισε να ψεκάζει την οθόνη, το σπρέι γέμισε την ατμόσφαιρα. Άρχισε να βήχει.
Και τότε η γυναίκα σταμάτησε το μονόλογο. Έδωσε μια και βγήκε από την οθόνη. Γέμισε το χώρο μπροστά του. Έκανε μια υπόκλιση.
«Χάρηκα. Αντιγόνη.»
Του άπλωσε τα χέρια. Ο Λάμπρος προσπάθησε να σηκώσει το αριστερό- αυτό με το σπρέι. Η γυναίκα του το έπιασε. Ήταν σαν να ακουμπούσε βελόνες, χιλιάδες βελόνες. Του το τράβηξε απότομα και το έφερε στο στόμα της. Ο Λάμπρος άρχισε να σέρνεται στις πατούσες του. Η γυναίκα τράβηξε πιο δυνατά. Και συνέχισε μέχρι που του ξεκόλλησε το χέρι από τον ώμο. Το σπρέι έκανε έναν μεταλλικό θόρυβο καθώς έπεσε στο πάτωμα. Αίμα άρχισε να πετάγεται καμπυλωτά από ψηλά. Ο Λάμπρος δεν είχε φωνή, ούτε ανάσα. Έκλεισε τα μάτια, ακούγοντας τη γυναίκα να τραγανίζει το χέρι του και να ρουφάει τα δάχτυλα με λαιμαργία.

Τον βρήκε η αστυνομία μετά από μέρες. Ένας γείτονας παραπονέθηκε για τη μυρωδιά. Βρωμούσε λέει, σαν μουχλιασμένο στρώμα..

Advertisements