Στα τρία τελευταία δάχτυλά μου μπλεγμένο το λαστιχάκι σου με το ασημένιο στολίδι. Ξημερώματα. Απόψε με πήγαν μέχρι την Καστέλλα από εθνική με μια κόκκινη μηχανή. Φύσαγε καυτός αέρας, το μαύρο μου κράνος τρανταζόταν κι επέμενα να φοράω το αντιανεμικό.
Και τώρα ξημερώματα. Τα καινούρια μου λάστιχα περνάνε από σημαντικές λακκούβες. Και γουστάρουν. Βρώμικη. Τι; Ότι για άλλη μια νύχτα δε θα κοιμηθώ πριν τις 5. Παρηγόρησέ με, πες μου κάτι να παλέψω τη γνωστή παράνοια, τους δαίμονες κάτω από το δέρμα.
Πάλι άδειοι οι δρόμοι κι οι Placebo τραγουδάνε «don’t go and leave me and please don’t drive me blind”. Και μετά έρχονται οι Tindersticks “let’s pretend”.
Βγάζω δαχτυλίδια, αλλάζω μουσικές. Θα περάσει κι η νύχτα κι η αρρώστια χωρίς να σε ξυπνήσω. Και το πρωί θα σηκωθώ, θα βάψω τα μάτια μου και θα ζήσω ξανά.
Ψάχνω, σηκώνω. Βλέπω άσπρες άκρες από ανύπαρκτα γράμματα που κανείς ποτέ δεν έγραψε και κανείς δε θα λάβει. Τίποτα δε λέγεται σ’ αυτόν εδώ τον τόπο. «Αγρύπνια»
Μαύρη, κλειστή μένει. Εικόνες ασφάλτου. Φώτα που τρέχουν μπλε και από μακριά η φιγούρα του πρώτου λεωφορείου της καινούριας μέρας. «Σταθμός Καλλιθέας – Αγ.Δημήτριος». Το 119 φιλαράκι. Σκαλισμένο, άδειο και ολόφωτο ξεκινάει.
Στο μεταξύ εκκρεμότητες. Μισοτελειωμένες υποθέσεις. Λοιπόν αποφασίζω : οι υποθέσεις αυτές πέθαναν και δεν τους πρέπει διάλογος. Δε γίνανε- τέρμα.
Άσπρο – μαύρο φωτογραφίες από μια πόλη που δεν εμφανίστηκαν ποτέ και σφραγίδες ιδιοτήτων χωρίς μελάνι.
Και τώρα που όλα γυρίσαν δεν είσαι εδώ να τα καμαρώσεις. Να μου πεις ότι τελικά υποτίμησες. Βλέπω τριγύρω μαύρα διάφανα σακουλάκια. Άλλο ένα κακοστριμμένο τσιγάρο και οπα. Σήκω να σε δω. Μη μου σκιάζεσαι. Θα σε χειροκροτώ μέχρι αίματος.
Οι ηλίθιες διαφωνίες δεν έχουν θέση. Οι συμφωνίες μεταξύ συνομωτών πάλι, ακόμα την παλεύουν.

Βρίσκω κλειδιά που δεν ξέρω καν αν αντιστοιχούν σε πόρτες-κίτρινες εφημερίδες με ανάξια λόγου σχόλια «ΣΗΜΕΡΑ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΕ»- τίποτα δεν εφευρέθηκε- τσιγάρα που τ’ άναβε σκοτεινιασμένος να καίνε στον τάφο της- ακούρδιστο το πιάνο μου- επίμονος βήχας- για άλλη μια φορά ημικρανίες κι η ταχύτητα κόβεται λίγο πριν τα 180- στραβές ζάντες γάρ- κοιμάται κανείς ήσυχος- όταν τελειώσει με την ψυχή του.

Έχει δρόμο ακόμα; Δε θα μπει σε τάξη αλλά υπάρχει μια παράξενη αρμονία σαν από παλιά. Πίροι ξεκούμπωτοι -ατέλειωτα ούζα –λιωμένες 90άρες στο ίδιο κομμάτι και πριν μασήσει το τελευταίο μέρος στο φτύνει στα μούτρα “I ‘ve been mistreated mistreated mistreated”
Fade out ΚΑΡΝΑΒΑΛΙ.

Advertisements