Η Φαίη έστρωσε τη φούστα στους γοφούς της. Γύρισε και κοίταξε την πίσω μεριά στον καθρέφτη της κρεβατοκάμαράς της. Δεν ήταν και πολύ ικανοποιημένη από αυτό που έβλεπε, αλλά δεν γινόταν κι αλλιώς. Έπιασε μια μεγάλη μερίδα λίπους από τον αριστερό γοφό της. Αν έλειπε αυτό το κομμάτι θα ήταν πιο ωραίο το αποτέλεσμα. Αναστέναξε. Πώς γίνεται να χαθούν 10 κιλά μέσα σε 2 το πολύ 3 μέρες;
«Ξέχνα το» , διέταξε τον εαυτό της. «Είσαι μοναδική» , είπε μεγαλόφωνα. Σε λίγο θα το πίστευε κιόλας.

Μάζεψε την τσάντα της ρίχνοντας βιαστικά μέσα τσιγάρα, κινητό και κλειδιά. Την τελευταία στιγμή έβαλε και ένα προφυλακτικό. Πού ξέρεις; Μπορεί να στεκόταν τυχερή απόψε. Θα έβγαινε με τη Νότα. Η Νότα μάζευε τουλάχιστον τρία τηλέφωνα αντρών κάθε φορά που βγαίνανε. Από αυτούς όλο και κάποιος θα περίσσευε για αυτήν.
Δεν το συνειδητοποίησε, αλλά ένα κακό χαμόγελο στόλισε τα στενά της χείλη. Τη ζήλευε τη Νότα. Ώρες – ώρες τη μισούσε κιόλας. Η Νότα.. η Νότα ήταν αδύνατη. Ήταν ψηλή. Και δούλευε σε μια μεγάλη εταιρεία ενώ είχαν τελειώσει και οι δύο την ίδια σχολή γραμματέων. Ήταν άδικο λοιπόν εκείνη να δουλεύει τηλεφωνήτρια , ενώ η Νότα ήταν ρεσεψιονίστ. Έπαιρνε και καλύτερα λεφτά. Το σημαντικότερο όμως ήταν ότι ήταν αδύνατη. Γι’ αυτό είχε και καλύτερο πόστο από την ίδια. Ρατσισμός!

Έκλεισε την πόρτα πίσω της , ενώ δάγκωνε μια σοκολάτα. Τι πείραζε μια σοκολατίτσα; Έτσι θα έπαιρνε λίγο ενέργεια. Γιατί η αλήθεια ήταν ότι ένιωθε μια νευρικότητα και έπρεπε να ηρεμήσει λίγο. Μόλις θα έβλεπε τη φίλη της ήταν σίγουρη ότι θα την κοιτούσε υποτιμητικά. Σαν να ήξερε ότι είχε φάει. Και να τη λυπόταν. Πώς τολμούσε να τη λυπάται; Αυτή τα είχε όλα έτοιμα. Δε χρειάστηκε ποτέ να λιμοκτονήσει για να χωρέσει σε ένα ρούχο , ούτε άκουσε ποτέ της σχόλιο από άντρα «καλή είσαι τις πίτσες μόνο να έκοβες». Ένας άγριος θυμός την κατέλαβε ξαφνικά.

΄Εφαγε την υπόλοιπη σοκολάτα μέχρι να μπει στο αυτοκίνητο. Το ραντεβού ήταν κατευθείαν στο μπαρ που πηγαίνανε πάντα για αρχή κάπου στην Πανόρμου.
Μπήκε στο μαγαζί 20 λεπτά αργότερα και είδε τη Νότα να κάθεται ήδη και έναν τύπο να της ανάβει το τσιγάρο.
«Σκρόφα», σκέφτηκε. «Ούτε καν καπνίζεις». Μετά φόρεσε ένα λαμπερό χαμόγελο και πλησίασε. Η Νότα σηκώθηκε και της έγνεψε χαρούμενα να πάει κοντά. Ο τύπος δίπλα της την κοίταξε ενοχλημένα.

Το βράδυ κυλούσε με τον συνηθισμένο τρόπο. Η Νότα διασκέδαζε γνωρίζοντας κόσμο , που και που αγκάλιαζε τη Φαίη και τη σύστηνε. Τα σαγόνια της Φαίης πονούσαν από τα διαρκή χαμόγελα. Ο λαιμός της την τραβούσε από τα τσιριχτά γέλια. Πονούσε παντού. Είχε ιδρώσει από την προσπάθεια να είναι ευχάριστη μα για άλλη μια φορά ήταν μάταιος ο κόπος της. Κανείς δεν της έδινε σημασία όταν η Νότα ήταν στην τουαλέτα. Όσο περνούσε η ώρα η Φαίη θύμωνε όλο και περισσότερο.

Έκατσε στο κάθισμα του μπαρ κάνοντας ότι δεν πρόσεξε το ηχηρό πλατς από την επαφή του λίπους των γοφών της με το δέρμα του καθίσματος.’Αναψε το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου της. Κύματα κόκκινης οργής τη θόλωναν και δυσκολευόταν να συγκεντρωθεί. Μπορεί να έφταιγαν και οι βότκες που είχε πιει ή τα σφηνάκια που κερνούσαν τη Νότα κι εκείνη τα πάσαρε στη Φαίη γιατί δεν ήθελε να πίνει. Έκανε δίαιτα πάλι.
Κοίταξε τον εαυτό της στον καθρέφτη απέναντι από το μπαρ. Είδε μια χοντρή που φαινόταν 40 χρονών αντί για τα 28 που γιόρτασε πριν 2 μήνες. Μια γυναίκα με ιδρωμένο πρόσωπο , που ασφυκτιούσε μέσα σε πολύ στενά ρούχα.

Την πλημμύρισε η αυτολύπηση. Της ήρθε να δώσει μια και να αδειάσει το ποτό της στα μούτρα του ηλίθιου που τόση ώρα χάιδευε τη Νότα και ταυτόχρονα έλεγε αστεία και κορόιδευε γιατί εκείνη έφαγε λίγα φυστικάκια. Λίγα έφαγε μόνο ήταν σίγουρη. Είπε μια κατάρα από μέσα της και εκτονώθηκε λίγο. Λίγο όμως.

Σηκώθηκε με κόπο. Ζαλιζόταν πολύ. Αποφάσισε να πάει μέχρι το περίπτερο στη γωνία να πάρει κάτι να φάει. Μια σοκολάτα ήταν ότι έπρεπε. Έκανε νόημα στη Νότα από μακριά ότι θα γυρίσει. Την είδε να της γνέφει ενώ ξεκαρδιζόταν στα γέλια με κάτι που της είπε ο ηλίθιος που τις κερνούσε όλο το βράδυ. Είδε τον ηλίθιο να ακουμπάει τη Νότα στη μέση. Αν ακουμπούσε την ίδια στο ίδιο σημείο , θα έπιανε ένα βουνό λίπους.
Μια αναγούλα την έπιασε και βγήκε από το μπαρ τρέχοντας. Δε φόρεσε το παλτό της. Εδώ έξω ήταν καλύτερα. Αισθάνθηκε καλύτερα. Άρχισε να κουνιέται προκλητικά και κάποιος από ένα αυτοκίνητο της σφύριξε. Προσποιήθηκε ότι άκουσε κάτι όμορφο και πρόστυχο μαζί. Κουνήθηκε περισσότερο.
Έστριψε στη γωνία της Σούτσου και κάποιος την έπιασε από το χέρι. Γύρισε προκλητικά. Εδώ ήταν σκοτεινά, μπορεί να την περνούσε για όμορφη.
«Θέλεις κάτι μωρό μου;», του είπε με σιγανή, τάχα ροζ φωνή.
«Μάλλον εσύ θέλεις» , της είπε εκείνος.
«Με λένε Αναστάσιο, Φαίη».
«Πού ξέρεις το όνομά μου;», τον ρώτησε απορημένα αλλά παιχνιδιάρικα. Ταυτόχρονα τον πλησίασε και τρίφτηκε χαμηλά πάνω του.
«Σε ξέρω. Και ξέρω ότι είσαι έτοιμη», της έσπρωξε το κεφάλι χαμηλά.
«Και ξέρω ότι θα σ΄αρέσει πολύ αυτό. Σοκολάτα δεν έψαχνες»;
Η Φαίη έπιασε τον εαυτό της να γονατίζει. Μέσα στα νερά του πεζοδρομίου. Τα γόνατα της ανατρίχιασαν από την επαφή με το κρύο. Αλλά δεν μπορούσε να σταματήσει. Τα χέρια της , ανεξέλεγκτα άρχισαν αν του λύνουν τη ζώνη σπασμωδικά. Εκείνος γελούσε, γελούσε ασταμάτητα. Η Φαίη του κατέβασε το παντελόνι λαχανιάζοντας. Ο ιδρώτας πάγωνε στα μάγουλά της μαζί με το μεικαπ που έτρεχε. Σάλια της τρέχανε . Της μύριζε σοκολάτα. Η πιο γλυκιά σοκολάτα που είχε φάει ποτέ. Του ξέσκισε το σλιπάκι και όρμηξε πάνω του. Τον πήρε στο στόμα της λαίμαργα. Τον ένιωσε να μεγαλώνει πολύ. Μα πολύ . Η γεύση του ήταν υπέροχη και με το ζόρι συγκρατιόταν να μην τον δαγκώσει.
Ο πούτσος του μεγάλωνε. Η Φαίη άρχισε να πνίγεται μα της κρατούσε το κεφάλι σταθερά. Η ζαλάδα της την έπνιξε..ασφυκτιούσε , αγκομαχούσε μα δεν μπορούσε να αντισταθεί σε τόση γλύκα. Μετά άρχισε ο πόνος. Σαν να την έκοβαν ξυράφια βαθιά στο λαιμό της.

Η Νότα βρήκε τη Φαίη μετά από λίγη ώρα. Ο ιατροδικαστής είπε ότι της είχαν ξεσκίσει το στομάχι, τον οισοφάγο και το φάρυγγα εσωτερικά. Σαν να είχε γυρίσει μια κάλτσα μέσα- έξω. Και το περίεργο είναι ότι το πρόσωπο της Φαίης ήταν πασαλειμμένο με ένα σκούρο υγρό, παράξενα ίδιο με σοκολάτα.

Advertisements