Τον Παύλο αν τον ρωτούσες ποιος ήταν θα σου απαντούσε με το πλήρες ονοματεπώνυμό του και με ύφος στεγνό και αξιοπρεπές. Και θα σου έκανε μια σκληρή, σφιχτή και κρύα χειραψία. Τις συστάσεις τις θεωρούσε πολύ σημαντικές. Γενικώς θεωρούσε τους καλούς τρόπους σημαντικούς. Ήταν πάντα αρκούντως σοβαρός ,σχεδόν παγωμένος όταν σου μιλούσε. Είχε εμμονές. Το ήξερε. Αλλά δεν μπορούσε και χωρίς αυτές.
Όταν η γυναίκα του-για εκείνον δε θα ήταν ποτέ πρώην- έφυγε από το σπίτι μια Κυριακή, ο Παύλος ταρακουνήθηκε για δεύτερη φορά στην ενήλικη ζωή του. Η πρώτη ήταν στην παιδική του, όταν ένα βράδυ έβρεξε το κρεβάτι του. Ακόμα το θυμόταν και ανατρίχιαζε από την αηδία.
Η γυναίκα του-ποτέ πρώην-έφυγε λοιπόν μια Κυριακή. Χωρίς δράματα, χωρίς εντάσεις. Απλά τον κοίταξε λυπημένα, σήκωσε μια ταλαιπωρημένη καρό βαλίτσα και έφυγε. Ο Παύλος στην αρχή σκέφτηκε διάφορες λύσεις. Μα όλες περιλαμβάνανε το δεδομένο ότι έπρεπε να λερώσει τα χέρια του. Και του Παύλου δεν του άρεσε να λερώνεται. Σιγά – σιγά συνειδητοποιούσε ότι είχε μέσα του οργή. Καλά κρυμμένη για χρόνια.
Τις πρώτες μέρες στεκόταν στην ίδια παλιά πολυθρόνα και κοιτούσε την πόρτα. Την περίμενε. Όταν θα γύριζε θα τη χτυπούσε. Όχι πολύ. Εξάλλου το είχε ξανακάνει. Δεν σήμαινε τίποτα κακό αυτό. Τη συνέτιζε λίγο όταν ξέφευγε. Γιατί ξέφευγε. Δεν εννοούσε να καταλάβει ότι όλα έπρεπε να γίνονται με έναν τρόπο. Το καθάρισμα , το μαγείρεμα , το σιδέρωμα. Ακόμα και το χαλάκι της εισόδου είχε τον τρόπο του. Πάντα με τη λερωμένη άκρη προς τα μέσα. Αυτό ήταν και η αφορμή του τελευταίου χαστουκιού που της έριξε. Δεν τη χτυπούσε. Τη συνέτιζε. Εξάλλου ήταν γυναίκα του. Αυτός την είχε διαλέξει , την είχε φέρει στα μέτρα του και ζούσε μαζί της για τόσα χρόνια με τον τρόπο του.
Πώς γινόταν λοιπόν να του φύγει; Δεν καταλάβαινε. Δεν της έλειπε τίποτα. Αλλά πάντα της περίεργη ήτανε. Οι μόνες φορές που την είχε ακούσει να μιλάει σε μεγαλύτερη ένταση από τον ίδιο- και εννοείται ότι ούτως ή άλλως μιλούσαν χαμηλόφωνα στο σπίτι τους- ήταν μία όταν απέβαλλε και άλλη μια φορά που της ζήτησε να κάνει μπάνιο προκειμένου να κάνουν σεξ και εκείνη αρνήθηκε με τη λογική ότι είχε κάνει πριν μια ώρα. Ένα ελαφρύ χαστούκι στα οπίσθια και σηκώθηκε γρήγορα να πλυθεί.
Και όλα καλά. Ο Παύλος αδυνατούσε να δει που είναι το πρόβλημα. Ακόμα και στη δουλειά του τίποτα δεν γινόταν αν δεν το ενέκρινε ο ίδιος. Κι ας ήταν η θέση του πιο κάτω και από τη ρεσεψιονίστ. Τόσα χρόνια στην εταιρεία, ούτε καφέ δεν αγόραζαν αν δεν τους το έλεγε εκείνος. Και τώρα η ίδια του η γυναίκα τον άφηνε; Έτσι χωρίς μια εξήγηση; Δεν πρόλαβε να τη ρωτήσει τίποτα. Όταν την είδε με τη βαλίτσα έμεινε άφωνος.
Περνούσε όμως ο καιρός και ο Παύλος ετοιμαζόταν όλο και περισσότερο. Δεν θα ήταν πλέον άφωνος όταν εκείνη ξαναγυρνούσε. Γιατί θα ξαναγυρνούσε. Πού αλλού να πήγαινε; Δεν είχε κανέναν. Δεν υπήρχε περίπτωση να είχε κανέναν.
Οι εμμονές του μεγάλωναν. Ακόμα και η αδερφή του σταμάτησε να τον επισκέπτεται τα βράδια. Δεν τον άντεχε που τη διέταζε να βγάλει τα παπούτσια της το πρώτο λεπτό που έμπαινε στο σπίτι.
Ο Παύλος ξυπνούσε τα πρωινά, πήγαινε στη δουλειά του, γυρνούσε, μαγείρευε και έτρωγε. Μετά καθόταν και κοιτούσε την πόρτα. Δύο εβδομάδες πέρασαν και η πόρτα δεν άνοιγε.
Και εκείνη την Κυριακή που συμπληρώθηκε ο μήνας ο Παύλος μόλις είχε τελειώσει το καθάρισμα του σπιτιού. Έκανε σχολαστικά το απαραίτητο τρίτο μπάνιο της ημέρας. Φόρεσε τις καθαρές του παντόφλες και καταπιάστηκε να τραβάει την πολυθρόνα μακριά από την πόρτα. Θα έβαζε στην θέση της τον καναπέ. Θα ίδρωνε λίγο και σιχαινόταν τον ιδρώτα του, αλλά ο καναπές έπρεπε να αλλάξει θέση. Εκεί καθόταν όταν έφυγε η γυναίκα του και εκεί έπρεπε να τον βρει.
Αγκομαχούσε σιγανά- μην τον ακούσει και η γειτόνισσα καθώς έσπρωχνε. Και τότε άκουσε ένα τρίξιμο. Η πόρτα. Άνοιξε. Στράφηκε έτοιμος. Με το δεξί του χέρι σφιγμένο. Καλά ίσως αυτή τη φορά να μην ήταν ένα απλό χαστούκι ή μια ξυλιά στα πισινά. Ίσως να ήταν γροθιά. Στην κοιλιά. Στο πρόσωπο μπορεί να έκανε σημάδι. Δεν τα άντεχε τα σημάδια.
Η ρόμπα του άνοιξε καθώς γυρνούσε. Στην μισάνοιχτη πόρτα στεκόταν μια γυναίκα. Απροσδιόριστη η μορφή της. Σαν τη γυναίκα του αλλά όχι ακριβώς.. Μισοέκλεισε τα μάτια σε μια προσπάθεια εστίασης. Η γυναίκα έκλεισε την πόρτα. Μια μυρωδιά τον κύκλωσε. Χώμα και κάτι άλλο. Ούρα; Του ήρθε μια αναγούλα. Έφερε το χέρι στη μύτη του και την έτριψε με μανία.
Άνοιξε το στόμα του αλλά η μυρωδιά έγινε γεύση. Το στομάχι του άρχισε να συσπάται. Σκέφτηκε “ όχι εδώ , θα λερώσει το χαλί “ μα δεν πρόλαβε. Γύρισε στο πλάι και άδειασε το στομάχι του προσέχοντας την τελευταία στιγμή να το κάνει στη ρόμπα του για να περιορίσει τη βρωμιά.
Η γυναίκα τον πλησίασε και τον κύκλωσε με τα χέρια της.
«Καθαρέ μου Παύλο..»
Εκείνος προσπάθησε να απομακρύνει τα χέρια της.. Μύριζαν απαίσια. Και τότε την κατάλαβε.
«Μμαμμά;»
Του χαμογέλασε απόμακρα.
«Αν έτσι το θες.»
Έχασε τον έλεγχο. Διπλώθηκε στα δυο και συνέχισε να αδειάζει το στομάχι του. Κατάλαβε τρομοκρατημένος ότι ο πρωκτός του είχε χαλαρώσει. Η κύστη του το ίδιο. Θα λερωνόταν. Πολύ.

Η ανάμνηση τον τρέλανε. Ήταν αυτός, μικρός, είχε βρέξει το κρεβάτι του και η μαμά του τον ανάγκασε να γλείψει τα σεντόνια.

«Όχι μαμά δε θα το ξανακάνω!»

Τον βρήκε η αδερφή του μετά από λίγες μέρες. Κοιμόταν μέσα σε μια λίμνη από τα ίδια του τα υγρά- αίματα, ούρα, κόπρανα. Δε συνήλθε ποτέ.

Advertisements