Γύρω στις δώδεκα παρά , εκείνη την Πέμπτη , η Άννα περπατούσε γρήγορα να προλάβει το τελευταίο τραίνο. Ο σταθμός του Θησείου ήταν πέντε λεπτά μακριά με γρήγορα περπάτημα. Ζόρισε τα γόνατά της να πάνε πιο γρήγορα κι αυτά την υπάκουσαν με λίγα μόνο παράπονα.
Σκεφτόταν πολλά. Πως ήθελε να αλλάξει δουλειά, ήθελε να αλλάξει άντρα, ήθελε να μην είχε κάνει ποτέ παιδί. Από μικρή είχε την ικανότητα να απομονώνει το μυαλό της.. Όταν συγκεντρωνόταν έντονα, έκλεινε τα πάντα απ’ έξω. Το πρόσωπό της γινόταν λείο με μόνο μια βαθιά ρυτίδα ανάμεσα στα φρύδια. Δεν το ήξερε και δε θα το μάθαινε ποτέ, πως αυτός ήταν ο λόγος που ο άντρας της την παντρεύτηκε. Του φάνηκε ότι μια τόσο ήρεμη γυναίκα μπορούσε να αντιμετωπίσει τα πάντα- συμπεριλαμβανομένων των κατά καιρούς απιστιών του. Εκείνος πάλι, δε θα μάθαινε ποτέ πως αυτός ήταν ο λόγος που δεν τον σκότωσε τον πρώτο χρόνο του γάμου τους. Της φάνηκε ότι δε θα τη στεναχωρούσε ποτέ αρκετά ώστε να χάσει αυτή της την αυτοσυγκέντρωση.
Και τώρα, στα 46 της, βιαζόταν να γυρίσει σπίτι. Να κλειστεί στο μπάνιο, να απομονωθεί. Στο δικό της μαγικό μέρος. Είχε ησυχία εκεί. Και- ένα χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό της- έναν εραστή. Έναν δικό της άντρα. Μαζί του ζούσε. Ήταν η πιο βαθιά θαμμένη της ονείρωξη . Ήταν μέρος του μυαλού της τόσα χρόνια , που πια δεν ξεχώριζε από τις δικές της σκέψεις. Και με βασανιστήρια όμως , κανείς δε θα της το αποσπούσε.
Κάπου βαθιά σε ένα δωμάτιο του υποσυνειδήτου της έμενε μαζί του. Εκεί δεν ήταν πια μια γυναίκα με δύο μόνο μάσκες καθημερινότητας. Εκεί ήταν ανθρώπινη, απελευθερωνόταν, την καταλάβαινε απόλυτα. Δεν μιλούσαν ποτέ, αγγίζονταν μόνο. Με όλους τους τρόπους. Αυτούς που δεν είχε φανταστεί ποτέ ότι θα βίωνε στην κανονική ζωή της.
Περπατούσε και ανυπομονούσε. Αραιά της περνούσε από το μυαλό ότι είχε δουλειές στο σπίτι, αλλά το απωθούσε βίαια. Κατέβηκε τα σκαλιά του νέου και βελτιωμένου σταθμού- αυτής αν τη ρωτούσες δεν της άρεσε. Προτιμούσε τον παλιό, που είχε κάτι ιδιαίτερο.

Το ίδιο βράδυ θα έβρισκε το ιδιαίτερο του σταθμού μπροστά της.

Λίγο πριν φτάσει στο τελευταίο παγκάκι της αποβάθρας (εκείνο που διάλεγε πάντα, κάτω από τη στοά), είδε ότι ήταν κατειλημμένο. Ένας άντρας απροσδιορίστου ηλικίας ντυμένος στ’ άσπρα. Τον πλησίασε και χωρίς να κάτσει , στάθηκε με γυρισμένη την πλάτη της.’Eνιωθε κάπως άβολα. Σκέφτηκε να απομακρυνθεί αλλά τα πονεμένα της γόνατα διαμαρτύρονταν πλέον έντονα. Γύρισε να τον κοιτάξει ενοχλημένη και έμεινε εκεί με το στόμα κρεμασμένο.
Ήταν αυτός. Ο Εραστής. Ο συμπαίκτης στους εντονότερους οργασμούς της. Ασυναίσθητα έφερε το χέρι της κάτω από τη φούστα. Συνήλθε έγκαιρα και το τράβηξε κοιτώντας ένοχα τριγύρω.
“ Είμαι ο Άγγελος. Είσαι έτοιμη έτσι δεν είναι;”
Η φωνή του ήταν σαν ν’ ακούς χαλίκια να κυλάνε.
“Περίεργο” , σκέφτηκε.” Δεν έχω ακούσει ξανά αυτόν τον ήχο.”
“Άαννααα” της είπε με μια δόση χυδαιότητας.
Σταμάτησε να αντιστέκεται. Η φωνή του ήταν υπνωτιστική.
To χέρι της άρχισε να κινείται μόνο του, κάτω από την μαύρη φτηνή φούστα και μέσα στη βαμβακερή κιλότα αγορασμένη σε πανέρι .Η τσάντα της έπεσε κάτω, το στόμα της άνοιξε, σάλια άρχισαν να τρέχουν. Παρωδία βογκητών στο κεφάλι της και συνέχισε να τον κοιτάει με μάτια ορθάνοιχτα , χαζά.
Η τελευταία συνειδητή της σκέψη ήταν ότι θα χάσει το τραίνο. Ενώ εκείνος μιλούσε, μιλούσε χαμηλόφωνα και ασταμάτητα. Βουητό.

Την μάζεψε η αρμόδια υπηρεσία του δήμου δέκα μέρες μετά.Είχε αίματα, ανάμεσα στα πόδια της, από τα ίδια της τα νύχια.

Advertisements