Από τους δρόμους μετά το κέντρο περνάει αργά μια μηχανή. Εκεί μετά την πρεσβεία , κάνει δεξιά στην Κερασούντος και παρκάρει στη γωνία της ‘Εβρου. Ο οδηγός πατάει κάτι υγρά σκουπίδια κατεβαίνοντας και βρίζει χαμηλόφωνα.
Ούτε κι απόψε ήρθε. Εκείνη που περιμενε στο μπαρ. Είχε αρχίσει να πιστεύει πια ,πως την όλη ιστορία την είχε φανταστεί. Πως ποτέ δεν συνέβη πραγματικά , ή ίσως να την είδε στον ύπνο του. Είχε περάσει πάνω από μήνας από την πρώτη και μαζί τελευταία φορά που την είδε. Ήταν πάλι στο ίδιο μπαρ. Ο Αλέξης είχε φύγει νωρίς και έμεινε μόνος του να τελειώσει το ποτό του. Η ξανθιά καθόταν μερικά μέτρα πιο αριστερά και την είχε πιάσει φορές – φορές να τον κοιτάει. Κάθε όμως μία φορά απέστρεφε το βλέμμα της. Του δημιουργούσε περιέργεια. Δεν ήταν κάτι το ιδιαίτερο αλλά του τραβούσε τη σκέψη. Στο τέλος αποφάσισε να της μιλήσει , χωρίς να ξέρει τι θα της πει. Ίσως απλά να μάθει το όνομά της. Ή ίσως να την ήξερε από κάπου. Το γεγονός ήταν οτι του είχε κολλήσει η ιδέα. Ξεκίνησε να πάει προς τα εκεί , μα μόλις πλησίασε η γυναίκα έφυγε. Χάθηκε ξαφνικά. Στάθηκε για ένα λεπτό εκεί όρθιος, ξαφνιασμένος, μετά νευρίασε με τον εαυτό του που έτρωγε το βράδυ του με μαλακίες και γύρισε στη θέση του να αποτελειώσει το ποτό.
Τις επόμενες μέρες , η εικόνα της γυναίκας ξεπήδαγε στην επιφάνεια του μυαλού του τις πιο άκαιρες στιγμές. Και πιο πολύ το στόμα της. Ήταν περίεργο , μα όταν την πρωτοκοίταξε , δεν συγκράτησε το πρόσωπό της σαν σύνολο , μόνο σκόρπιες λεπτομέρειες. Τα δυο χείλια της όμως του μείνανε. Ήταν κατακόκκινα , πολύ έντονα βαμμένα.
Όποτε πετούσε το μυαλό του λίγο πιο μακριά από ό,τι έκανε εκείνη τη στιγμή , τα χείλια της σκεφτόταν. Εκείνο τον καιρό είχε κόψει το τσιγάρο και τον έτρωγε μια νευρικότητα και μια υπόγεια σύγχυση. Δικαιολογούσε την ασύνδετη ροή του νου του με βάση την στέρηση του τσιγάρου.
Μετά από καμιά βδομάδα άρχισε να τη βλέπει. Στο διάδρομο της εταιρείας λίγο πριν τις τουαλέτες. Στο φανάρι πριν γίνει πράσινο. Στο περίπτερο που αγόραζε μανιωδώς τσίχλες. Σε όλες τις περιπτώσεις τον έπιανε μια ταχυκαρδία , άνοιγε το στόμα του να φωνάξει , να την προλάβει μα πάντα μόλις ανοιγόκλεινε τα μάτια εκείνη είχε εξαφανιστεί.
Πέρασαν 16 μέρες-τις μέτραγε μία-μία σαν τον φαντάρο πριν την άδεια απολύσεως. Είχε αρχίσει να τρώει τα νύχια του σαν μανιακός. ‘Εχασε κιλά. Τα νεύρα του ήταν φανερά σε όλους που κάνανε τον κόπο να του μιλάνε. Αποφάσισε να ξαναπάει στο μπαρ. Είχε πειστεί οτι κάτι καρμικό συνέβαινε. Αυτή τη γυναίκα έπρεπε να την έχει, ήταν απλό.
Κάθε βράδυ άραζε στη θέση του στο μπαρ , περάσαν μέρες μα εκείνη ποτέ δεν ήρθε. Αισθανόταν την τρέλα του για αυτή να μεγαλώνει με κάθε νύχτα άκαρπη. Την είχε ανάγκη πια. Τη φαντασιωνόταν- εκεί, ήταν πάντα αυτή που τον κυνηγούσε κι όταν την έπαιρνε, πάντα από πίσω , λέρωνε τα κόκκινα χείλη της με το σπέρμα του. Στο μυαλό του ήταν υποταγμένη και τον παρακαλούσε να μην την πονάει. Οι εντάσεις, οτι την έβλεπε και την έχανε συνέχιζαν να τον εξουθενώνουν. Στο τέλος πήρε αναρρωτική από τη δουλειά του και ξόδευε τις νύχτες να την ψάχνει στην άδεια πόλη.
Εμμονή και έξη κακή. Μαύροι κύκλοι εμφανίστηκαν να τονίσουν την αγωνία του. Άρχισε να πιστεύει οτι κάτι του είχε κάνει , μάγια ίσως- αν και δυσκολευόταν να διατηρήσει ειρμό. Σκέφτηκε να μιλήσει σε κάποιον αλλά πάντα μια μπάρα έπεφτε στο μυαλό του που τον πέταγε έξω από λογική απόφαση. Χιλιάδες φορές έπιασε τον εαυτό του να κάνει την ασυναίσθητη κίνηση να ψαρέψει τσιγάρο από την κωλότσεπη και άλλες τόσες κόντεψε να τρελαθεί.
Εκείνο το βράδυ που πάτησε τα σκουπίδια , περπατούσε πια μισότυφλος. Η απόγνωση και η οργή τον είχαν εξαντλήσει. Έψαχνε αφηρημένα τα κλειδιά της εισόδου της πολυκατοικίας του, όταν είδε ένα ζευγάρι μαύρα γυναικεία παπούτσια στο τελευταίο σκαλί. Σήκωσε το βλέμμα απορημένα και την είδε..να κάθεται και να του χαμογελάει πονηρά. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του με δύναμη μα αυτή έμεινε εκεί. Η καρδιά του άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Την πλησίασε μπερδεύοντας το βήμα του , ενώ συνέχιζε να τον κοιτάει κοφτερά. Τα χείλια της ήταν πιο κόκκινα από όσο μπορούσε να φανταστεί.
«Πες μου τό όνομά σου μόνο» , ψέλλισε.
Η γυναίκα σηκώθηκε. Ξεσκόνισε ήρεμα τη φούστα της.
«Είμαι η Αιμιλία. Κι εσύ μάλλον είσαι έτοιμος για μένα».
«Σε ψάχνω τοσο καιρό..έτοιμος; Πρέπει να μου πεις-«
Τον διέκοψε γιατί ξαφνικά ήρθε πολύ κοντά του. Η μυρωδιά της μπήκε στο κεφάλι του. Βίαια και απότομα.
«Δεν έπρεπε να κόψεις το τσιγάρο όμορφε».
Δεν πρόλαβε να απαντήσει. Κόλλησε τα χείλια της στο δεξί του μάτι. Η αίσθηση του σάλιου της τον παρέλυσε. Τα χέρια του κρεμάσανε στο πλάι , τα γόνατά του λύγισαν. Όλο του το αίμα συγκεντρώθηκε με ορμή στο μάτι και στον πούτσο του που σηκώθηκε. Η μυρωδιά…
Η γυναίκα τον έσφιξε ακινητοποιώντας το κορμί του. Σαν κούκλα στα χέρια της. Πρώτα έφαγε το δεξί του μάτι. Συνέχισε με τον πούτσο του που εξακολουθούσε να τρέμει όρθιος. Την στιγμή που εκείνος έβγαλε την τελευταία του ανάσα μαζί με αίμα , εκείνη ξεμάκραινε γλείφοντας τα χείλια της. ‘Ηταν πιο κόκκινα από ποτέ..

Advertisements