Είναι μέρες,είναι μήνες,είναι ώρες. Κάθε λεπτό αυτής της επίπονης διαδικασίας. Τούβλα,μόνωση,βαφή,τζάμια και ξύλο. Κι ο τοίχος γίνεται όλο και πιο περίτεχνος. Μέχρι που στο τέλος γίνεται μπαρόκ. Η τελευταία πινελιά είναι η γυάλινη οροφή. Για να μπορείς να δεις ήλιους και φεγγάρια,αλλά από απόσταση. Να μη σε καίει. Να μη σε ακουμπάει τίποτα. Που και που,ακούγονται φωνές ή γέλια. Τίποτα όμως δε σε ταράζει πια. Είναι μέρες,είναι μήνες,είναι ώρες. Κοιμάσαι το μεγαλύτερο διάστημα. ‘Εχεις ακριβοπληρώσει αυτή σου την ησυχία. Αραιά,σκαρφαλώνεις στα παράθυρα και παίρνεις μάτι κλεφτά τον έξω κόσμο. Μα όλο και κάτι θα δεις που θα σε κάνει να τον αποστρέφεσαι. Μέσα εκεί,στο σβηστό σου φάρο είναι καλύτερα. Είσαι γαληνεμένη. Είναι μέρες,είναι μήνες,είναι ώρες. Το έχεις συνηθίσει. Το έχεις αγαπήσει. Θα πέθαινες αν σ’ άφηναν έξω,σαν βρυκόλακας στον ήλιο. Κι έρχεται ένα βράδυ που η φωνή που ακούς είναι διαφορετική. Σου τρυπάει το μυαλό,σε υπνωτίζει. Ξυπνάει το κορμί σου από λήθαργο θανατερό κι αρχίζει να ζητάει.Δεν μπορείς να αντισταθείς στη φωνή. Γλυκά ανοίγει δρόμους στο μυαλό σου. Είναι μέρες,είναι μήνες,είναι ώρες. Σαν τρελή χτυπάς στους και τους τοίχους. Όχι πάλι η καταστροφή. Κάπου ψηλά,μια μικρή αχτίδα φωτός ξεπηδά μέσα από τους χοντρούς πέτρινους τοίχους. Αυτό φοβόσουνα. Μην βρεί τη ρωγμή. Γιατί πάντα κάπου σ’ αυτή την τόσο στέρεα κατασκευή,θα υπάρχει ένα άνοιγμα που δεν πρόλαβες έγκαιρα να καλύψεις. Το φως σ’ακουμπάει. Από βαθιά μέσα σου ακούγεται ένα επίμονο κλάμμα. Φως και φωνή και είσαι χαμένη από χέρι. Το φως και η φωνή βλέπεις,κρατάνε φλος ρουαγιάλ και αυτό από χέρι. Σέρνεσαι έξω λίγο πριν σωριαστούν οι τοίχοι. Είναι μέρες που έχεις να τα παλέψεις όλα αυτά. Είναι μήνες που έχεις να γελάσεις έτσι χαζά. Είναι ώρες που έχεις να ερωτευτείς.Είναι χρόνια που έχεις να ζήσεις;

Advertisements