Ξύπνησε αργά Σάββατο μεσημέρι. Έλεγξε το κινητό και βρήκε ένα μήνυμα του ταλαίπωρου μαλάκα. Ο ταλαίπωρος μαλάκας το πάλευε ακόμα. Βαριότανε και να διαβάσει το μήνυμα.
Σηκώθηκε με το στομάχι ψιλοανάστατο. Μάλλον θα φταίγανε τα χτεσινά ποτά. Κι αυτός ο υπέυθυνος κέρναγε συνέχεια. Μάλλον πάλευε να ξεφορτωθεί τις βενζίνες που δεν έπινε κανένας άλλος.
Στην τρίτη ρουφηξιά του τσιγάρου , της ήρθε ο πρώτος σπασμός. Πήγε χαλαρά στο μπάνιο , ξέρασε αδιάφορα και συνέχισε τον καφέ της. Το στομάχι της είχε συνηθίσει αυτά τα αδειάσματα.
Θυμήθηκε οτι το βράδυ είχε να πάει στο γάμο μιας παλιάς συμμαθήτριας , που ποτέ δε γούσταρε ιδιαίτερα αλλά δεν γινόταν να το αποφύγει κιόλας. Δεν άφησε τον εαυτό της να σκεφτεί πώς περάσανε τα χρόνια και τι ποσοστό γνωστών της είχε ήδη παντρευτεί και κάνει παιδιά. Βαριότανε και να μελαγχολήσει ακόμα.
Ο γάμος στις 8μισι. Το τραπέζι στις 11μισι. Έφτασε από τους τελευταίους.Στη γενική καλησπέρα που είπε της απαντήσανε μόνο 2 άντρες .Οι γυναίκες του τραπεζιού και τα ζεύγη τους που φοβόντουσαν μην υποστούν ολονύκτια γκρίνια την αγνόησαν φανερά.Κρυφογέλασε. Ήταν όμορφη. Πια. Στο σχολείο όμως δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Δεν την αναγνώρισε κανείς τους , εκείνη όμως τους θυμόταν όλους. Ήπιε τη μισή ροζ σαμπάνια της με μια γουλιά. Ήταν όλοι εκεί. Φαντάσματα της σκοτεινής εφηβείας της πριν η βουλιμία και μια επέμβαση laser στα μάτια την κατατάξουν στη σφαίρα του 1% των γυναικών που οι άντρες χαζεύουν και οι γυναίκες ζηλεύουν.
Απέναντί της είχε το ζεύγος του Ωραίου και της Ωραίας του σχολείου που πια είχαν παντρευτεί αν κρίνει από τους ζυγούς στα δάχτυλά τους. Την κρυφοκοιτάζαν και οι δύο. Γέλασε δυνατά και άδειασε την υπόλοιπη σαμπάνια. Τους κοίταξε. Ο Ωραίος είχε μεγαλώσει όμορφα. Η Ωραία προσπαθούσε να διατηρήσει τον τίτλο της αλλά δεν της έβγαινε.
Σχεδόν τη λυπόταν όπως την έβλεπε να αγωνιά. Εκείνη τη στιγμή ο Ωραίος πήρε την άδεια από την Ωραία να πάει τουαλέτα. Πήρε την τσάντα της και τον ακολούθησε. Είχαν περάσει 2 ώρες και έπρεπε να φύγει. Στο πέρασμά της ανάμεσα στα μισοάδεια τραπέζια και τη γεμάτη με ιδρωμένους πίστα , πολλά κεφάλια γύρισαν . Την έπιασε ένας άγριος θυμός. Μια μανία να αναποδογυρίσει τραπέζια. Μετά το ξανασκέφτηκε. Ένα κακό χαμόγελο χαράχτηκε στα μπορντώ χείλια της.
«Γιατί χαμογελάς;» , άκουσε τον ωραίο να τη ρωτάει.
«Θα δεις » , του απάντησε.
Φτάσανε στην τουαλέτα.Σταθήκανε μπροστά στην πόρτα.
«Οι κυρίες πρώτα» , της είπε χαζά και λιγωμένα.
«Δεν είμαι κυρία » , του απάντησε επιτηδευμένα άγρια.
Τον τράβηξε από τη ζώνη , έκλεισε πίσω της την πόρτα του μπάνιου ,σήκωσε τη φούστα της κι ανέβηκε στο νιπτήρα.
«Κοίτα.Δε φοράω εσώρουχο.»
Της όρμηξε. Τον περίμενε.
Οταν βγήκε από την τουαλέτα , στρίμωξε στην τσάντα της το δικό του εσώρουχο. Έστρωσε τα μαλλιά της , μπήκε στ’ αμάξι της και πήρε τηλέφωνο τον ταλάιπωρο μαλάκα της.
Ούτε που κατάλαβε οτι έκλαιγε.

Advertisements