Το μικρό μπαρ το ένωναν δύο σκαλιά με τον πεζόδρομο. Μόνο τα απογεύματα είχε λίγο φως στο εσωτερικό του. Η πελατεία γνωστή και σπάνια ανανεώσιμη. Στην πόρτα του τα βράδια στεκόταν η γυναίκα του ιδιοκτήτη. Ποτέ δεν κάπνιζε , ποτέ δεν έπινε μόνο κοιτούσε την αρχή του πεζοδρόμου μην εμφανιστεί καμιά μπλέ στολή. Στη μπάρα έβαζε ποτά ο αλκοολικός μπάρμαν που κάποτε μια γκόμενα του είχε πει οτι μοιάζει με τον Έλβις και δεν το ξέχασε ποτέ. Σέρβιρε μια κοντή ξανθιά με θητεία στη νύχτα της πόλης και κάτι τεράστια σκουλαρίκια κρίκους στ’ αυτιά. Μουσική έβαζε ο ιδιοκτήτης βινύλιο αποκλειστικά.
Στη μπάρα κάθονται 2 φοιτήτριες με μέσο όρο 3 ποτά τις 2 πρώτες ώρες και συντήρηση αποκλειστικά με σφηνάκια για τις επόμενες 3. Που και που η μουσική τους δίνει το σύνθημα για κανα χορό γύρω από τα ψηλά σκαμνιά του μπαρ.
Ξαφνικά ακούγεται μια φασαρία από το δρόμο και η πόρτα αρχίζει και ξερνάει κόσμο. Άντρες γυναίκες γύρω στα σαράντα. 20 άτομα γεμίζουν το μισό χώρο. Οι φοιτήτριες κοιτάζονται.
«Reunion , στάνταρ».
«Μαλάκα είναι τύφλα οι παππούδες».
Έτσι , με ειρωνεία και κρυφά γέλια.
Ο ιδιοκτήτης δυναμώνει τη μουσική. 2 γυναίκες από τη μεγάλη παρέα χορεύουν με μεθυσμένα βήματα «paint it black». ΄Ενας άντρας γέρνει πίσω από το γωνιακό τραπέζι και αδειάζει μαυροδάφνη από το στομάχι του , κατευθείαν στα πόδια μιας Marilyn στον τοίχο σε φυσικό μέγεθος.Η κοκκινομάλλα φοιτήτρια σκουντάει την καστανή και της δείχνει 2 τύπους πίσω αριστερά.
«Ωραίος ο ξυπόλητο κεφάλι ε;»
«Μαλάκα περί ορέξεως..»
«Κάνουμε τίποτα;»
Η καστανή τους ξανακοιτάει.
«Δε μ’ αρέσει ο φίλος του.»
«Έλα ρε μαλάκα , σιγά θα τον ξαναδείς;»
«Αφού δε μ’ αρέσει σου λέω!»
«Κάνε μου τη χάρη..»
Αναστεναγμός.
«Καλάαα..»
Η κοκκινομάλλα δίνει σήμα στον Έλβις να στείλει 2 τεκίλες στα παιδιά πίσω αριστερά. Η ξανθιά με τους κρίκους να κουνιούνται δεξιά αριστερά , πάει τα σφηνάκια στους τύπους.
Σε λίγο έρχεται πίσω , σκουντάει την κοκκινομάλλα.
«Ο ξυρισμένος λέει να πάτε στο τραπέζι αν θέλετε.»
Γέλια.
«Ευχαριστούμε Νάντια.»
Σηκώνονται , μαζεύουν τσιγάρα και ποτά και κατευθύνονται αργά στο τραπέζι πίσω αριστερά.
«Καλησπέρα.»
«Γειά σας κορίτσια.»
Μετά από καμιά ώρα φεύγουν η κοκκινομάλλα με τον ξυρισμένο. Οι άλλοι δύο αράζουν σιωπηλά για κανα μισάωρο ακόμα και διαλύονται μετά , χωρίς καν ένα «χάρηκα». Ο ξυρισμένος πηδάει την κοκκινομάλλα στα όρθια , στην τρίτη κολώνα της Κορίνθου , μεταξύ Αράτου και Κολοκοτρώνη. Η κοκκινομάλλα ανηφορίζει νωχελικά προς το σπίτι της , με ένα τσιγάρο που καίγεται με το πάσο του. Ο ξυρισμένος παίρνει τηλέφωνο τον φίλο του και πάει να τον βρεί να συνεχίσουν στο επόμενο μπαρ.
Στο μπαρ οι σαραντάρηδες έχουν απλωθεί στις καρέκλες. Ο μπάρμαν τους κερνάει τεκίλες από σπασμένο μπουκάλι. Ο ιδιοκτήτης έκλεισε ταμείο και την έκανε με τη γυναίκα του. Κατά τις 6 το πρωί ένα σκυλί που περνάει έξω από την πόρτα του υπογείου γλείφει έναν ξεραμένο εμετό.
Και στην πλατεία μαζεύονται οικοδόμοι. Έχει συλλαλητήριο και είναι περιφρούρηση.

Advertisements