Ιουνίου 2006


Αδήλωτες πορείες.
Αναπάντεχες συναντήσεις.
Μετακινήσεις που δεν πήραν έγκριση.
Στο ίδιο στοιχειωμένο λιμάνι , είχα πει πως όλα θα είναι αλλιώς. Είχες πει οτι οι άνθρωποι είμαστε καταδικασμένοι να αλλάζουμε. Και να που δεν είναι το ίδιο.
Στο προσκλητήριο της τάξης των ακροβατών , επίτιμα μέλη θα απουσιάζουν συνεχόμενα.
Η παραγωγική μου ενέργεια , δεν το βλέπεις;
Συνεχής ανανέωση και χτυπάει το σύστημα.
Και που το ξέρω οτι εγώ έχω το τόξο και εγώ το βέλος , δεν ξέρω τι να τα κάνω. Είσαι σε θέση να τον κάνεις εσύ αντί για μένα;
Δε μου φταίει κανείς μα δεν έμεινε και κανείς.
Αδειάζει , αδειάζει.
Τα ρούχα πέφτανε τότε θυμάμαι και τα μάζευες αφηρημένα με παραμάνες. Κι όταν κάποιος σε γνώρισε , τρόμαξες και άλλαξες όψη.Ζούσες σαν μέσα σε νερό , αμφίβιο και οι υπόλοιποι δίποδα θηλαστικά.
Άργησε.
Σκεβρωμένη πλάτη.
Ήθελα να σκέφτεσαι απλά για μένα. Να με νοσταλγείς. Να μην αντέχει το κορμί σου στην έλλειψή μου ούτε μια στιγμή. Να σε πονάει. Να γελάω και να ψάχνεις τι είπες για να το ξαναπείς.
Τόση αρρώστια.
Μα ποτέ , ούτε για μια στιγμή , δεν ήθελα … γάμα το. Ετεροχρονισμένες απολογίες. Καμιά αξία δεν έχει.
Κοιτάω μακριά.

Advertisements

Εικόνες. Μπλεγμένα καλώδια σε φύλλα και πάλι πίσω. Νερά γύρω από τις ράγες. Αρχηγέ δεν μακράινει η επιστροφή , τουλάχιστον απόψε. Πριν χαθείς , καληνύχτα. Θόρυβος από τον αέρα. Αχός. Κ ι ένας φαντάρος λοξοκοιτάει για να μην πάει χαμένη η άδεια. Νεράιδα και πριγκήπισσα αυτή ξανά. Και ο τελευταίος συρμός αργεί ακόμα.Αχνά σημάδια , μάλλον ονόματα. Μόνο τρία λεπτά περάσαν. Πόσος κόσμος περιμένει αυτή τη διαφορά. Και δεν επικοινωνείς. Απόμακρη καταγραφή. Εικόνες ,λέω…
Δυσκολευόμουνα. Μα χέρια στη μέση μου τυλιγμένα με τραβάνε. Βλέπω κόκκινα και άσπρα. Ταχύτητες όχι αστεία. Περιμένω.
Φρέσκος αέρας μέσα από τη στοά. Κορίτσια με ψηλά δεμένα παπούτσια. Πάλι υπάρχει περιθώριο. Για μάτια , για βαμμένα μαλλιά. Για οτιδήποτε αλλιώτικο θαυμάσεις. Είναι η ώρα τέτοια και πού είναι τα κομμάτια σου;
Νομίζω οτι κάπου στο βάθος βλέπω τον εκπρόσωπό σου. Διάφανο ήρωα , καταδικασμένο στη θυσία. Φτιαγμένο για να πέσει στην τιμημένη μάχη. Αλλοτινό ιππότη και αιώνιο εραστή. Γυναίκες τον προσκυνούν.Τη μοναξιά του , τον σκοπό του.
Άδικο να μαζεύεσαι στη φωλιά σου όταν είναι έτοιμο φευγιό.Και δε μένει πια δικό σου. Στήσε το βάθρο σου κι ανέβα αν σε δώ. Σε κοσμούν τα ίχνη στα χέρια σου.Ένα πράγμα , μία πράξη. Τις πόρτες του αυτοκινήτου σου να χτυπάς. Σε ποιά συρροή θα πέσεις; Εσύ να φεύγεις. Λυγμός μέσα στη νύχτα σου.
Το τρένο πάει γρήγορα. Αντοχή για να το σώσω. Το μισό σου σώμα κολλημένο πάνω μου. Δε σε ξέρω , είσαι άγνωστος μα δεν τραβιέμαι μακριά. Εκμεταλλευόμαστε τα απότομα φρένα και εφαρμόζουμε στιγμιαία. Έτσι σαν να φτιαχτήκαμε κι οι δυο για τούτη τη στιγμή. Που θα μεσιάζει η νύχτα και πριν έρθει η επόμενη στάση θα ‘ναι σαν να σε ξέρω. Τα μισά μας κορμιά έχουν κιόλας γνωριστεί.

Τρελός ψυχαναγκασμός να ορίσεις σώνει και ντε τη στιγμή.
Εκείνη την άπιαστη που τόσες φορές έχουμε μελετήσει.
Τόσο που κατάντησε κουρέλι πια από τα τόσα αγγίγματα με ιδρωμένα δάχτυλα.
Να σε συνεφέρει τί μικρέ μου πρίγκηπα; Ένα τόσο δα προβατάκι;
Άντε λοιπόν.
Το δρόμο τον ξέρεις.
Εκεί που θα πας θα σε αγκαλιάσουν τριμμένα πουκάμισα.
Θα σκαρφαλώσουν πάνω σου και θα σε λατρέψουν μέχρι θανάτου τετελεσμένου.
Προσωρινά μιλώντας , σκούπισε τα χέρια σου και στο καλό να πας.
Όταν θα σε ψάξω , ξέρω οτι δε θα σε βρώ.
Μα ξέρω επίσης οτι δε θα χρειάζεται κιόλας.
Οπότε δράμα δεν υπάρχει.
Κι αν βρεθούμε ποτέ τυχαία δε θα κοιταχτούμε καν.

«Ναι , το ξέρω πως δεν επικοινωνείς γιατί δεν έχεις κάτι να πεις. Σε νιώθω σκοτεινιασμένο κι άυλο , όπως έλεγες σιγοτραγουδώντας, να γυρνάς στους δρόμους λίγο μετά το σούρουπο. Ένα τσιγάρο παρέα σου κάνει κι εμένα το μυαλό μου γυρνάει ξανά και σε βλέπει με το μακρύ μαύρο παλτό , σκυφτό.
Εγώ όπως τα ξέρεις. Χτες έδωσα μια εκτύπωση σε όλα αυτά που σκαλίζω εδώ μέσα. Παραδόξως βγήκαν 24 σελίδες. 24; Μα τι σκατά έγραψα; Και από εδώ και πέρα τί θα γράφω;
Θα με βαρεθεί ο κόσμος φιλαράκι. Μεγάλο κακό έρχεται.
Ξέρεις κατάφερα να αλλάξω όλα αυτά που σε αηδίαζαν σ’ εμένα.Δηλαδή μάλλον.Αλλά δε μ’ αρέσει αυτό που έγινα. Πολύ πλαστικό το αποτέλεσμα , πολύ γυψοσανίδα έχει πέσει. Ε ρε πως κατάντησε. Σωροί τα σκουπίδια ξαναμαζεύτηκαν.
Σκατά. Με χάλασε το αναθεματισμένο.Fuck.Πολύ εσωτερικό βγαίνει. Να κάνω μια διαγραφή να πάνε όλα στο διάολο; Άστα μωρέ που να τρέχουμε τώρα.
Από εδώ που κάθομαι βλέπω παπούτσια περαστικών και φύλλα στα πεζοδρόμια. Αν κοιτάξω ψηλά θα δω ουρές αεροπλάνων. Αν δώσω μια θα σπάσω το τζάμι και οι περσίδες θα ανεμίζουν κομματιασμένες αλλά ελεύθερες. Μωρέ να σε ρωτήσω κάτι; Πονάει πολύ; Που να θυμάσαι τώρα θα μου πείς.. Ντροπή φιλαράκι. Ντρέπομαι. «

«Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ»

Νά την που ξανάρχεται η μ. και ποιός την πιάνει τώρα που αλάφρυνε κιόλας. Ψυχεδέλεια.

Κάπου ανάμεσα στα χαρτιά του γραφείου κι ένα ξέχειλο τασάκι με ένα άδειο ποτήρι καφέ δίπλα , επιμένει να ξεπηδά στυλό και φύλλο με σκαλισμένες κουβέντες πάνω. Τι σου είναι και αυτή η επιμονή! Αλλιώς στα «πάγια κολλάς».
Σκέφτομαι διάφορα τον τελευταίο καιρό. Πως οι μεγάλες προσπάθειες ν’ αλλάξεις τον εαυτό σου ευοδώνουν και το πετυχαίνεις μέσα από στερήσεις. Και πώς μετά , στέκεσαι απορημένος στη γωνιά και κοιτάς την καινούρια σου έκδοση. Και δε σου κάνει τελικά αυτό που βλέπεις. Οπότε δεν είναι τυχαίο , που και σε κανέναν άλλο (από αυτούς που μετράνε για σένα ) δεν κάνει.
Ο ιλουστρασιόν εαυτός σου. Κοινωνικά ευσταθής και αρμόζων. Που νόμιζες οτι θα θαμπώσει το μαύρο κενό που κουβαλάς. Αυτό που άφησες σε μια γωνιά κι έλεγες οτι δε θα ξαναδείς ποτέ. Δε θα ξανασκοντάψεις επάνω σ’ αυτό το σωρό.
Απλά το ανικανοποίητο; Αυτό που ορίζει την ευτυχία σαν αυτό που είναι οι άλλοι; Και για ποιά πληρότητα μιλάμε; Ένας άνθρωπος είναι μισός. Όχι , επιμένω να καταλάβω. Για τη δημιουργία σαν διέξοδο θα μιλήσουμε; Ποιά δημιουργία; Αυτή που άλλοι απαίτησαν από σένα και μόλις την ολοκλήρωσες σου ρίξαν μια κλωτσιά; Κι εσύ τρέχεις να προλάβεις την επόμενη γιατί ποιός ξέρει , μπορεί τότε να σε χαιδέψουν. Ολόκληρος νιώθεις μόνο όταν οι άλλοι σε κοιτούν. Ο δικός σου καθρέφτης σε δείχνει πάντα μισό.
Ανθρωπάκι.

Κρυστάλλινο και διαυγές να ‘ναι
Να μπορείς να διακρίνεις απέναντι χωρίς να παραμορφώνει τη στιγμή
Να μην αλλοιώνεται ο χρόνος
Εραστές και σύντροφοι οι ρωγμές στις πλάκες του πεζοδρομίου
Στο χρώμα της άμμου το αποτέλεσμα
Σκίτσο με κάρβουνο το μέχρι τώρα
Δε σε διακόπτω
Βάζω αστερίσκους για να στα πω όταν θα τελειώσει το πρόγραμμα και μόνο χιόνια στην οθόνη θα ακούγονται
Καθαρά γραμμένα τα επόμενα
Δυο φιλιά στα μάτια και αντίο
Άδειασα ξανά
Ποτήρια και τασάκια στο μάρμαρο
Θα περιμένουν τη σειρά τους

Εκείνο το βράδυ , άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί μόνη της. Έκατσε στην παγωμένη κουζίνα. Έβαλε ραδιόφωνο σιγά. Μα λίγο ζαλίστηκε και θυμήθηκε. «Να πάρω τηλέφωνο;» , αναρωτήθηκε. Κοίταξε την ώρα. Περασμένες δώδεκα. «Είναι αργά» , δίστασε. «Θα πάρω «,αποφάσισε. Πήρε στο σπίτι του χωρίς να απορήσει που μετά από πέντε χρόνια θυμόταν ακόμα το τηλέφωνό του χωρίς να έχει καμιά αμφιβολία. Αυτή που ξέχναγε και το δικό της πολλές φορές. Κάλεσε τρείς φορές και ετοιμάστηκε να το κλείσει. Τότε το σηκώσανε. «Ναι;» , τον άκουσε να λέει.»Εγώ είμαι», του είπε με μιας.»Καλησπέρα φιλαράκι». Τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα και σκέφτηκε οτι θα της το κλείσει.»Καλησπέρα», της είπε. Η φωνή συγκρατημένη και σε αμυδρή ισορροπία. Όταν κλείσανε , 4μισι ώρα το πρωί , το μπουκάλι ήταν άδειο , εκείνη μεθυσμένη. Ήταν καλά. Τον άκουσε. Του είχε επιτέλους πει οτι πάντα τον είχε στο πίσω μέρος του μυαλού της. Κάθε μέρα , κάθε λεπτό από τότε που τον πρωτοείδε σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Κι οτι δε θα άλλαζε πια αυτό μα δεν την πονούσε τόσο. Το είχε αγαπήσει , ήταν δικό της. Ησύχασε που σιγουρεύτηκε οτι βουβές συγνώμες ανταλλάχτηκαν. Ακόμα τη θυμόταν δεν την είχε ξεχάσει. «Καληνύχτα φιλαράκι. Δε θα ξαναμιλήσουμε ποτέ».
Κι έτσι έγινε.

« Προηγούμενη σελίδαΕπόμενη σελίδα: »