Έκλεισε το τηλέφωνο με το Σώτο και μεταξύ πανικού και ασυγκράτητης χαράς πήρε τηλέφωνο τις τρείς κολλητές της. Έκλεισε ένα μισάωρο με την καθεμία και μετά από ατέλειωτη τηλεδιάσκεψη κατέληξε στα ρούχα που θα φορούσε : στενό μαύρο παντελόνι και ένα στράπλες με στράς. Έτσι και θα τον εντυπωσίαζε και θα του φαινόταν αρκούντως σοβαρή.
Δεν ήξερε που θα την πήγαινε αλλά θα τον άφηνε να πάρει πρωτοβουλία. Αργότερα θα έβλεπε το στυλ του και θα το προσάρμοζε ανάλογα. Η αλήθεια ήταν πως της άρεσε. Ήταν αρρενωπός , ψιλοάγριος και αποφασιστικός. Ό,τι δηλαδή δεν ήταν ο προηγούμενος. Το ένιωθε όλα θα πήγαιναν καλά αυτή τη φορά. Στην εταιρεία , η καθαρίστρια που τα ήξερε όλα και όλα τα έβλεπε , της είχε πει οτι δεν είχε πολλά-πολλά με τους κεραμιδόγατους του γραφείου και οτι δεν μίλαγε με γκόμενες στο τηλέφωνο. Άρα ήταν μόνος του , όχι σαν εκείνο τον παντρεμένο που την κυνήγαγε και δεν της είπε παρά μόνο μετά από ένα μήνα οτι είχε γυναίκα και παιδιά. Τον άθλιο! Καλά της το ‘λεγε η κολλητή της οτι κάτι δεν πήγαινε καλά αλλά εκείνη σκεφτόταν οτι απλά τη ζήλευε που ένας τόσο ωραίος άντρας και με λεφτά την ήθελε.
Τώρα όμως με το Σώτο θα ήταν διαφορετικά. Συνέχισε να ονειρεύεται και να σχεδιάζει τη γνωριμία με τους γονείς της , το γάμο και όλα αυτά που θα ερχόντουσαν. Σταμάτησε την ονειροπόληση για να φτιάξει τα νύχια της. Αποτρίχωση δε θα έκανε. Μ’ αυτό τον τρόπο και να της ερχόταν να του κάτσει θα σταμάταγε σίγουρα. Δεν έπρεπε να τον αφήσει να την πηδήξει εκείνο το βράδυ. Πώς θα τον κράταγε μετά;
Έβαλε αρκετό άρωμα για να κρατήσει και πήρε την τσάντα της. Απόψε θα νικούσε εκείνη..

Advertisements