«Ναι , το ξέρω πως δεν επικοινωνείς γιατί δεν έχεις κάτι να πεις. Σε νιώθω σκοτεινιασμένο κι άυλο , όπως έλεγες σιγοτραγουδώντας, να γυρνάς στους δρόμους λίγο μετά το σούρουπο. Ένα τσιγάρο παρέα σου κάνει κι εμένα το μυαλό μου γυρνάει ξανά και σε βλέπει με το μακρύ μαύρο παλτό , σκυφτό.
Εγώ όπως τα ξέρεις. Χτες έδωσα μια εκτύπωση σε όλα αυτά που σκαλίζω εδώ μέσα. Παραδόξως βγήκαν 24 σελίδες. 24; Μα τι σκατά έγραψα; Και από εδώ και πέρα τί θα γράφω;
Θα με βαρεθεί ο κόσμος φιλαράκι. Μεγάλο κακό έρχεται.
Ξέρεις κατάφερα να αλλάξω όλα αυτά που σε αηδίαζαν σ’ εμένα.Δηλαδή μάλλον.Αλλά δε μ’ αρέσει αυτό που έγινα. Πολύ πλαστικό το αποτέλεσμα , πολύ γυψοσανίδα έχει πέσει. Ε ρε πως κατάντησε. Σωροί τα σκουπίδια ξαναμαζεύτηκαν.
Σκατά. Με χάλασε το αναθεματισμένο.Fuck.Πολύ εσωτερικό βγαίνει. Να κάνω μια διαγραφή να πάνε όλα στο διάολο; Άστα μωρέ που να τρέχουμε τώρα.
Από εδώ που κάθομαι βλέπω παπούτσια περαστικών και φύλλα στα πεζοδρόμια. Αν κοιτάξω ψηλά θα δω ουρές αεροπλάνων. Αν δώσω μια θα σπάσω το τζάμι και οι περσίδες θα ανεμίζουν κομματιασμένες αλλά ελεύθερες. Μωρέ να σε ρωτήσω κάτι; Πονάει πολύ; Που να θυμάσαι τώρα θα μου πείς.. Ντροπή φιλαράκι. Ντρέπομαι. «

«Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έχουνε γίνει ροζ»

Νά την που ξανάρχεται η μ. και ποιός την πιάνει τώρα που αλάφρυνε κιόλας. Ψυχεδέλεια.

Advertisements