Εκείνο το βράδυ , άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί μόνη της. Έκατσε στην παγωμένη κουζίνα. Έβαλε ραδιόφωνο σιγά. Μα λίγο ζαλίστηκε και θυμήθηκε. «Να πάρω τηλέφωνο;» , αναρωτήθηκε. Κοίταξε την ώρα. Περασμένες δώδεκα. «Είναι αργά» , δίστασε. «Θα πάρω «,αποφάσισε. Πήρε στο σπίτι του χωρίς να απορήσει που μετά από πέντε χρόνια θυμόταν ακόμα το τηλέφωνό του χωρίς να έχει καμιά αμφιβολία. Αυτή που ξέχναγε και το δικό της πολλές φορές. Κάλεσε τρείς φορές και ετοιμάστηκε να το κλείσει. Τότε το σηκώσανε. «Ναι;» , τον άκουσε να λέει.»Εγώ είμαι», του είπε με μιας.»Καλησπέρα φιλαράκι». Τον άκουσε να παίρνει μια κοφτή ανάσα και σκέφτηκε οτι θα της το κλείσει.»Καλησπέρα», της είπε. Η φωνή συγκρατημένη και σε αμυδρή ισορροπία. Όταν κλείσανε , 4μισι ώρα το πρωί , το μπουκάλι ήταν άδειο , εκείνη μεθυσμένη. Ήταν καλά. Τον άκουσε. Του είχε επιτέλους πει οτι πάντα τον είχε στο πίσω μέρος του μυαλού της. Κάθε μέρα , κάθε λεπτό από τότε που τον πρωτοείδε σχεδόν δέκα χρόνια πριν. Κι οτι δε θα άλλαζε πια αυτό μα δεν την πονούσε τόσο. Το είχε αγαπήσει , ήταν δικό της. Ησύχασε που σιγουρεύτηκε οτι βουβές συγνώμες ανταλλάχτηκαν. Ακόμα τη θυμόταν δεν την είχε ξεχάσει. «Καληνύχτα φιλαράκι. Δε θα ξαναμιλήσουμε ποτέ».
Κι έτσι έγινε.

Advertisements