Πιάνει τον καπνό να στρίψει ένα τσιγάρο.Έχει αποφασίσει εδώ και χρόνια , τουλάχιστον πέντε , πως θα καπνίζει ελεγχόμενα.Απόψε όμως είναι μόνος του στην «άθλια τρύπα» , όπως αποκαλεί το χώρο του. Η κοπέλα λείπει σε ταξίδι.Του είπε να πάει κι αυτός μαζί της , όμως δεν ήθελε. Είναι Οκτώβρης κι οι Οκτώβρηδες τον ρίχνουν. «Είμαι ελαφρύς » , ψιθυρίζει χαμογελώντας σπασμωδικά.Στρίβει και δεύτερο τσιγάρο.Αποφάσισε να το ρίξει έξω σήμερα.Σηκώνεται να πάρει από το ψυγείο μια μπύρα χωρίς αλκοόλ.Έλεγχος κι εκεί. Στην πόρτα του ψυγείου του τον κοιτάνε μέσα από τα χρόνια παλιές γκόμενες.Δε θέλει να θυμάται , αλλά δεν έχει πετάξει και καμιά φωτογραφία.
Απόψε όμως είναι αλλιώς.Το νιώθει. Αδειάζει τη μπύρα στο νιπτήρα.Βάζει 2 ποτήρια στο γραφείο του.Το ένα μπροστά του , το άλλο απέναντι.
«Καλησπέρα , φιλαράκο . Καιρό έχω να σε σκεφτώ τελικά . Κι εσύ όμως χάθηκες . Στις στιγμές που περίμενα οτι θα εμφανιζόσουνα δεν ήρθες ποτέ. Και τότε που δεν ήμουν προετοιμασμένος χτύπησε το τηλέφωνο αργα τη νύχτα κι άκουσα τη φωνή σου , χαδιάρικη και σοβαρή ταυτόχρονα. Πήρα βαθιά ανάσα γιατί για μια στιγμή δεν καταλάβαινα ποιός ήταν. Μετα με χτύπησε στα μούτρα η συνειδητοποίηση. Ήμουνα ψύχραιμος όμως δεν μπορείς να πεις. Μιλήσαμε πρώτη φορά μετά από τόσα χρόνια. Χωρίς εξάρσεις και κλάμματα. Αυτό που δεν ξέρεις είναι οτι όταν κλείσαμε εσύ ήσουνα μεθυσμένη κι εγώ πικραμένος. Άνοιξα το ρημάδι το συρτάρι και διάβασα ξανά τα γράμματά σου. Δεν βούρκωσα. Πήρα όμως την κιθάρα μετά από τόσα χρόνια κι αυτό. Δεν παίζω πια καθόλου τώρα. Δε μου το ζητάει κανείς τώρα που δε ζούμε μαζί. Πάμε μαζί σου είπα σιωπηλά , εσύ πρώτη φωνή , εγώ δεύτερη όπως τότε. Τις νταλίκες , τα δαχτυλίδια , το πιές , το γέλα ψυχή μου. Όλα αυτά που σ’ αρέσαν και τα λεγες καλά.Μετά κοιμήθηκα. Καλά ήταν που τα ‘παμε. Θα σε σκέφτομαι σου είπα κι η φωνή σου ράγισε. Και να ‘ μαι πάλι εδώ ζωντανός.’Εχω να σε θυμηθώ από τότε. Κι ούτε θα σε ξαναθυμηθώ αφού τελειώσω το ποτό.»
Κι έτσι έγινε.

Advertisements