Να ρθείς και να με ξαφνιάσεις όπως έντρομα κοιτάς το επερχόμενο να ακουστεί ο χτύπος και μέσα στον καθρέφτη να το δεις γνώμη δε θα υπολογίζεις γροθιά στα στομάχια τα μεγάλα η πορεία σου πια δεν προδιαγράφεται μαύρα παντελόνια και άσπρα πασχαλινά παπούτσια σώζεται άραγε πια ή είναι αργά μέσα στη νύχτα ήχος ρόδας χαλασμένης που γυρνάει τρίζοντας ποιος την σπρώχνει ποιός με σπρώχνει ποιός μας σπρώχνει πότε πέθανε ρε φίλε και γιατί δε μου το είπες τώρα τι λες προλαβαίνει ν΄αναστηθεί μίλα ρε ένα φεγγάρι θάνατος και παγωμένο θυμάσαι που στο έλεγα παλιά το 2054 μ.χ. θα ξαναβρεθούμε και θα παίξουμε ρώσικη ρουλέτα τα δυό μας κι αυτή τη φορά όχι για πλάκα αλήθεια σου λέω τα έχω όλα κανονίσει μόνο μη μου κιοτέψεις πριν έρθει το παιδί να μη μας δει και του μείνει η εικόνα όχι ψυχή μου όχι άναψε κι άλλο ένα έλα ρε μάνα λίγο ακόμα σήκω ξημέρωσε είναι ώρα πάλι με τα ρούχα κοιμήθηκες πόσα έχεις πιεί πάλι σκόνη παντού και το παλιό σακάκι σκίστηκε στις τσέπες το πράσινο μαντηλι ξάσπρισε και η ελπίδα την έκανε για πιο εύφορα κορμιά μ’ ακούς μ’ ακούς μ΄ακούς

Advertisements