
Την ώρα των τελευταίων τραίνων, τη στιγμή των μαύρων τακουνιών ελλοχεύουν οι λανθάνουσες νευρώσεις.
Κι είναι η ίδια ώρα που μετρονόμος από μαύρη λάκα σου καθορίζει το βήμα του μανέ.
Tο μετέωρο του σκοινοβάτη την ίδια ώρα που χαμογελά πως η ζωή είναι performance.
Μια σειρά από παροξύτονα που πάντα μπέρδευες την κλητική τους.
Και πότε;
Την ώρα που χαράζονταν αποτυχίες στην γραμμή σου.
Η υπο-κλίση των απέθαντων καρπών του δέντρου της αταραξίας.
Πως γίνεται να έχει φτάσει την ώρα που αγγίξαν την γη, σίγουροι πως τελειώσαν, σίγουροι πως το τελευταίο τραίνο σιώπησε, ο μετρονόμος ξεκούρδισε, ο σκοινοβάτης έδεσε το χέρι σε πτώση και τα παροξύτονα κοιμήθηκαν.
Οι καρποί. Γεννήθηκαν γέροι, πεθάναν ατάραχοι.
Κι εμένα άσε με να σκηνοθετώ φωτογρα-φές.
