Κάθε πρωί περπατώ την κάθοδο της Πανόρμου. Μ’ εκείνα τα υπόγεια με τις απλωμένες μπουγάδες. Τα σκαλοπάτια σκουπισμένα γυαλιστερά. Την Ελένη που κάποτε ερωτεύτηκε έναν μεγάλο κιθαρίστα κι από τότε γυρνάει όλες τις νύχτες στις σκηνές και καρφώνει λουλούδια σε χορδές. Τον Νικόλα που πήρε αναπηρική σύνταξη και τώρα γέρνει στο μπαστούνι με το φαγωμένο λάστιχο και κοιτάει λυπημένα τις πιτσιρίκες να κουνάν τα μαλλιά τους. Ο δεύτερος πιο ιδιαίτερος δρόμος της πόλης είναι τούτος. Τον περπατάω με ακουστικό στο αυτί, “θα ΄θελα να ‘μουνα, να ΄μουν βασιλιάς”, ελαφρά προς τ’ αριστερά και σκέφτομαι πότε ήταν που σταματήσαμε να φοράμε φανελάκι από μέσα; Πότε ήταν που αποφασίσαμε πως μεγαλώσαμε και δεν κρυώνουμε πια;
Τα πρωινά που καθοδεύω την Πανόρμου κρυώνω λίγο. Και συνεχίζω να βάζω το ένα πόδι μπροστά απ’ το άλλο, να ακούω “είναι πολλά αυτά που θα ‘θελα αγάπη μου” και να κρύβω τα χέρια στις τσέπες.
Πότε ήταν που άρχισε να μυρίζει η απόγνωση μιας ηλικίας θολής;
Πότε ήταν που χαθήκαν τ’ αγόρια που γράφανε τέτοια τραγούδια;
Πότε ήταν που η Ελένη αποφάσισε να θυμάται μόνο;
Πότε ήταν που ο Νικόλας στηρίχτηκε σε φαγωμένο λάστιχο;
Μου φαίνεται πως θα αρχίσω ξανά να φοράω φανελάκι.
Εγώ άκουσα μόνο τον απαλό ήχο του μέσου στο δείγμα.
Κάτι ώρες σαν κι αυτές προτιμώ να χαμογελάω.
Παρατηρώ πως οι σταγόνες τρίβονται και σβήνουν.
Σαν τον απαλό ήχο.
Του μέσου στο δείγμα.
Της μελάνης στο χαρτί.
Ο ειδικός και το συνταγολόγιό του.
Εγώ και η αιώνια ζάλη μου.
Εσύ άκουσες πως δυσκολεύεσαι να ακούσεις;
Άσε με να διαλέξω την τελευταία εικόνα μου.
Τον ήχο μου τον καθόρισες έτσι κι αλλιώς.
Περπατώ και γέρνω το κεφάλι στο πλάι σαν τα σκυλιά που ακούνε μια φωνή μακρινή και γνώριμη, οι σταγόνες στάζουν μέσα απ΄ το ανοιχτό στο στήθος φουστάνι, έβαλα κόκκινα και σήμερα και αιώνια ζαλίζομαι.Γιατί
Να πω, αν πω, τι να σου πω.Πως μεθάνε οι φιγούρες.Αυτές με τις γωνίες.Πως αναστενάζουν.Την ώρα που απαλύνουν τις στρογγυλάδες.Δεν θα πω, τι να πω;Περισσεύει το πρωί κι ο αέρας νοτίζει τα μανίκια.Να μην πω.Τώρα που κι η νύχτα κρατάει λιγότερο.Κι οι γυναίκες στρογγυλές φιγούρες πάντα απλώνουν νωρίς.Δεν θα πω.
Σε μια μπάρα λοιπόν γέρο μου. Σαν κι αυτή σ’ εκείνο το υπόγειο στο Κολωνάκι θυμάσαι; Τούτη δω είναι διαφορετική, κόκκινη και μυρωδάτη, με βλέπεις να στέκομαι με κομμάτια αλκοόλης στα δάχτυλα και αλάτι στις άκρες των ματιών.
Κάτι σόλα του Rory, μια κόκκινη γραμμή απευθείας σύνδεση με τα πάνω μας, και ποτηράκια να αφήνουν τα σημάδια στις παλάμες, στα χείλια μας.
Ξέρεις μια νύχτα σαν και χτες γυρνούσα και στριφογύριζα στιχάκια καταδικασμένα στη λήθη του ύπνου μετά από κατανάλωση.
Σαν σε βλέπω, βλέπω.
Εικόνες που σαν να τις ζω, δικές σου μέσα στα χρόνια.
Κρατάς κορίτσι απ’ το χέρι, μεγάλο και μετά μικρό.
Μακραίνουν τα μαλλιά, βαθαίνουν τα μάτια σου.
Μα πάντα τα χέρια σου μακραίνουν πιο λεπτά στις άκρες και καπνίζουν εκείνα τα τσιγάρα, τα αμερικάνικα.
Και πως γίνεται μόνιμα να νομίζω πως κάτι σου χρωστάω;
Για τοιμάσου ψυχή μου, για ζώσου. Στήσαν τα ατσαλένια μάτια τους στους δρόμους μας, στους γκρίζους μας νόμους. Και κει που πριν κάτι κορμιά στριμωχνόντουσαν να φιληθούν με τη βία στις γωνιές, τώρα τα ατσαλένα μάτια και τα πλαστικά χέρια θα τα χωρίζουν. Θυμάσαι ψυχή μου κείνο το βράδυ που σε κολλήσαν σ’ έναν τοίχο της Καλλιδρομίου να σε ρωτάνε άγρια από που είσαι και αν έχεις ταυτότητα; Κι εσύ ξεδίπλωσες τα μέτρα σου και είπες γελαστά πως είναι χρόνια που την ψάχνεις; Θυμάσαι τα γέλια που έσκαγα κελαρυστά, σαν μου αράδιαζες τις λέξεις σου κι εκείνες πέφταν λαμπερά στρογγυλές στο λερωμένο από σημάδια μπουκαλιών γραφείο σου; Τώρα δεν μπορώ να γελάσω πια, βλέπεις θεσμοθετήθηκε το ατσαλένιο μάτι και είναι τόσα χρόνια που ‘χω να σε δω που δεν θα ξέρω πότε θα σε κολλήσουν σε κάποιο άλλο τοίχο.
Γι’ αυτό σου τραγουδάω ψυχή μου, γέλα με τον σκύλο που αράζει και γλείφεται πάνω σε λέξεις και μη μου παραξηγιέσαι εγώ ακόμα σιγογελάω σαν ακούω το “παραπονιάρικό μου”.
Σήμερα δεν διαμορφώνω τίποτα, σήμερα δεν χαιδεύω λέξεις, σήμερα μόνο γυαλίζω.