Ιουλίου 2007


Είχε ένα φεγγάρι κίτρινο κι ένα βράδυ σαν κι αυτό θυμάμαι την θάλασσα Αύγουστο. Το μεγαλύτερο του χρόνου ήταν χτες, λέει.

Να ετοιμάσω το σάκο. Να φτιάξω ένα καινούριο τετράδιο. Να γράψω την έκθεση για το πώς πέρασα τούτο το καλοκαίρι.

Ακόμα να διαλέξω προορισμό. Και με στοιχειώνουν κάτι φράσεις που γουστάρουνε να απλωθούν σε σελίδες μπόλικες. Να θυμηθώ να τις πάρω μαζί.

Αυτήν την πόλη την λατρεύω την νύχτα. Τα μπαρ της τα χειμωνιάτικα που Αύγουστο δροσίζουν. Τους δρόμους της που μόνο κάτι κόκκινα φανάρια τους κόβουν. Άραγε γιατί να είναι πιο εύκολο να ζεις το καλοκαίρι;

Θέλω να τεντώσω τα πόδια σε γόνατα πρόθυμα. Να ζαλιστώ και να γείρω στ’ αριστερά. Γι’ αυτό σου λέω. Κάτσε στη σωστή πλευρά.

Ο ύπνος δεν λέει να ‘ρθει. Βοηθήματα αναλαμβάνουν μα θέλουν κι αυτά το χρόνο τους κατά πως φαίνεται. Συμφιλιώνομαι, απλώς κάνω ησυχία. Να ακούσω για ποιόν λόγο τελικά δεν κοιμάμαι. Τα ρολόγια τα ‘χω βγάλει απ’ τους τοίχους μου εδώ και χρόνια, ούτε ο Νταλί δεν γλύτωσε από κείνη την απόφαση.

Για μέρες δεν θα μετρήσω λείο της παλάμης μου, μου να δω αν γλύτωσε απ’ την νύχτα.

Για μέρες θα βουτάω σε μια θάλασσα μόνη.

Για μέρες θα χρησιμοποιώ μπλε, σκούρο στυλό.

Ούτε γυαλιά, ούτε χτένα για τις φούξια άκρες που μπερδεύονται τρελά.

Siouxsie και Bowie, Morrison και Simone για το βλέπω.  

Φτηνά αστυνομικά για το μυρίζω.

Noa για το θυμάμαι.

Και ρακή για το ξεχνάω. 

Μόλις σε δω, θα σε γνωρίσω;

Κάτω από την ίδια γαμημένη αίσθηση πως τελειώνει ο χρόνος, το πιάνει μια λύσσα να το αγγίξουν. Σε βλέπει και αρχίζει να δονείται. Σε θυμάται, σε στάσεις λεωφορείων, σταματημένο στα φανάρια, στην κάψα των πεζοδρομίων που αχνίζουν. Όρθιο, σε πάρτυ και γιορτές, τα ξημερώματα λίγο πριν ξαπλώσει. Και πάντα εσύ, μόνο εσύ το ανακουφίζεις. Την μικροσκοπική του ουσία ανασαλεύει μόλις το πιάσουν οι μνήμες από τις άκρες. Καμιά φορά η θάλασσα το κοιμίζει μα μετά έρχεται η άμμος να το ξυπνήσει με ουρλιαχτά. Πάντα παραπονιέται, πάντα ζητάει κι όταν του το δίνεις, ξανά το απαιτεί και δεν σταματάει ακόμα κι όταν πονάει. Δεν τελειώνει αυτή η αναρρίχηση, με δανεικά δάχτυλα όταν το αγγίζει κανείς το ξέρει, το  καταλαβαίνει και αντιστέκεται. Ματώνει, στεγνώνει και ξανά διαμαρτύρεται  κι έρχονται κάτι εποχές που το παράπονο δεν είναι πια ήσυχο μα σου τρυπάει τα βήματα με την συνεχόμενη ροή του. Αλκοόλ, χρόνια και ουσίες δεν αλλοιώνουν την γαμημένη κυτταρική δομή που λες και φτιάχτηκε να ταιριάξει μόνο με εσένα. Για να σου πει κάποτε,

 πως ναι,

 για σένα,

 μόνο για σένα. 

                                                      

Ανιχνεύω το άγγιγμα της αράχνης στο σκοτάδι. Καιρό είχα να σε δω μου λέει. Κι έχει δίκιο. Την απέφυγα όσο μπορούσα. Μήνες με κυνηγάει, σειρές τα σημάδια της ψηλά στον τοίχο κι εγώ καμωνόμουνα πως δεν τα έβλεπα το πρωί. Μα ξεκίνησε πάλι η δυσκολία στον ύπνο, πως μακραίνουν τούτες οι νύχτες, όταν κανείς δεν ανασαίνει δίπλα σου. Κάνω ξόρκια στον χρόνο, γελάω δυνατά να τον κάνω να σκιαχτεί και τα καταφέρνω καμιά φορά. Συρτάρια οι λάμψεις του μυαλού. Και σκόνες να τις θαμπώνουν. Ανυπομονώ να αγκαλιάσω ένα κύμα. Να το αφήσω να με ξεπλύνει, να κάψει με το αλάτι του ότι περισσεύει πάνω μου. Προσπαθώ μωρέ, δεν βλέπεις; Έβαλα τους καινούριους φακούς, δεν ενοχλώ πια τις άκρες των δαχτύλων μου, ούτε και μετράω τις πλάκες των πεζοδρομίων. Ένα γύρο το φεγγάρι, άλλον ένα η ζωή. Σιγοτραγουδάω και απλώνω το χέρι, έρχεται, κάθεται στην παλάμη μου. Τα ποδαράκια της με γαργαλάνε. Απόψε πες μου την αλήθεια της ξανατραγουδάω. Με κοιτάει με χάντρινα μάτια, αλήθεια, της λέω, πόσο όμορφη θα ήσουνα αν σε κρέμαγα στο λαιμό μου;

Ναι, ξέρω πως δεν μαυρίζω ιδιαίτερα, αλλά με έχω συνηθίσει έτσι και με προτιμώ. Έλα, πάρε με, της λέω γελαστά. Μου γυρνάει το κορμί της και αρχίζει να ξανανεβαίνει στον τοίχο. Δεν κάνει τον κόπο να μου πει πως θα μείνει εκεί, να με περιμένει όταν γυρίσω από την παραμονή στο υπόγειο δίπλα στη θάλασσα. Όταν θα έχουν τα χέρια μου την μυρωδιά των μαλλιών σου, όταν θα έχουν ξεφτίσει τα νύχια μου, όταν υπολογίζω πως θα έχουν τελειώσει τα γραφτά μου. Δεν θέλω παρά να περπατήσω εκεί, να σε χειροκροτήσω όταν τελειώνεις την παράσταση και καμιά φορά, να κοιμηθώ με τα γόνατα να σου τρυπάν την πλάτη.

Θαρρώ πως ξημέρωνε όταν την άκουσα να μονολογεί τραγουδιστά.

Κάτι από τα Κρίνα.

Όταν χρησιμοποιούν τον Μπουκόφσκι. 

Ο στίχος που μου έδωσες Miss μου,

Θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό.

Μα το ξέρω πως όσο έντρομα κι αν κοιτάω το επερχόμενο, πάλι θα ξεσκονίσω τις πιο γυαλιστερές μου φορεσιές, θα βάψω τα μάτια και τα νύχια μου και θα ‘ρθω. Θα ‘ρθω να σε βρω, να σ’ αφήσω να στεγνώσεις στον ώμο μου, να σε σφίξω με τις γάμπες δυνατές. Κι αν ανοίξουν κάτι παλιές γρατζουνιές, στο λέω αλήθεια, θα με νοιάξει μόνο λίγο. Ίσα μέχρι να φωτίσει έξω για να βλέπω καλά το δρόμο. 

Ένας στίχος της Αρετούσας, από τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου,

Mα όλα για μένα εσφάλασι, και πάσιν άνω-κάτω, για με ξαναγεννήθηκεν η Φύση των πραμάτω‘.

Η φράση που μου έδωσες,

Γεννήθηκα για να είμαι κι όχι για να γίνω

Μάτια μου γεννήθηκες για να ορίσεις έναν κόσμο. Για να προλάβεις να τα κάνεις όλα. Οι μεταμορφώσεις είναι ανάγκη εσωτερική και χωρίς ετούτες πως θα πετάξεις;

Η φράση η δική μου,

Την ερημιά την ανεξάρτητη των προθέσεων

Καταδίκη να ερμηνεύεις

Ας συμβάλλει όποιος θέλει σε τούτο το παιχνιδάκι.Από μένα παίρνει την δεύτερη και την τέταρτη φράση και τρία φιλιά για τον δρόμο.

   

Κολλημένος στους ζυγούς. Τους αριθμούς, όχι τους άλλους. Παράξενος καιρός, δυνατός αέρας και ιδρώτας, πόσο περίεργο είναι; Γύρισα στα παγωμένα μου σεντόνια λίγο μετά την ώρα των τρελών. Και δεν έχω κουράγιο για άλλο πάγο. Άναψα τα μικρά φώτα, έψαχνα σαν τρελλή να το βρω, εκείνο το βιβλίο, το δώρο της γιορτής μου, εκείνο τον Αύγουστο του χρόνου που ξοδευόταν σε μια έρημη και λερωμένη με φύλλα πίσω αυλή. Και το βρήκα. Αγριεύτηκα απόψε. Με την τρέλλα του όφι με την λευκότητα του κρίνου. Και του τέλους, πως γίνεται μόνο με υγρά να δηλώνεται;Ασπρόμαυρες εικόνες, μαύρα δερμάτινα, άλλες δεκαετίες, πολύχρωμες πλατείες, βιτρίνες αφιερωμένες στον Warhol και σελίδες στον Williams, η παλιά μου γραφομηχανή τώρα βογκάει όποτε την αγγίζω. Σηκώνομαι. Με χέρια που ξαφνικά καίνε, χαϊδεύω ράχες βιβλίων, σειρές γραμμάτων. Ποιο, ποιο θα έχει τη λύση του Χεμινγουέι μέσα; Πιάνω να ξεμπερδεύω τα μαλλιά μου και δεν μου κάνουν τη χάρη. Νερό, νερό, λίγο νερό, δεν ακούς; Έχω παιδευτεί με τούτο το τραγούδι, έχω ετοιμάσει τις δυο στροφές του μα το ρεφραίν, το ρεφραίν, δυο λέξεις πρέπει να ‘ναι, δυο προτάσεις, μόνο δυο. Ξέρεις μιλάει για μια βενετσιάνικη μάσκα, μια μηχανή, ένα καρναβάλι και τελικά μια νέα ζωή.  

Την είδαν στην πλατεία, λίγο πριν σκοτεινιάσει να μοιράζει σελίδες βιβλίων στους περαστικούς. Ένας μαύρος σκύλος δίπλα της ακίνητος. Η μαύρη της μακριά φούστα μπερδεύτηκε στα πόδια του.

-Με συγχωρείτε, Κύριε. Ότι η λαγνεία είναι το πιο βασανιστικό αμάρτημα απ’ όλα.

Την κοίταξε παράξενα. Έστρεψε πλάτη κι έφυγε με λίγο πιο γρήγορο βήμα από το κανονικό του. Χρόνια μετά, κάθε που τα παιδιά του του ζητάγαν παραμύθι, τους έλεγε την ιστορία εκείνης, που την τραγούδησαν Αρετούσα με τα κόκκινα μαλλιά και έμεινε έγκλειστη για χρόνια σε άσπρους φρεσκοβαμμένους τοίχους. Και όταν την ελευθέρωσαν, γυρνούσε στην πλατεία και μοίραζε σελίδες βιβλίων. Ήθελε πάντοτε να γράφει ιστορίες. Και η εικόνα της, ήταν το πιο λάγνο μυθιστόρημα, που δεν έγραψε ποτέ.

 Η λαγνεία. Το πιο βασανιστικό αμάρτημα απ’ όλα.

Πόσο μένεις ακόμα εδώ; Είναι η ερώτηση που ακούω συνέχεια. Και αυθόρμητα μου ‘ρχεται να απαντήσω, δεν μένω εδώ, έχω φύγει. Μα τότε θα πρέπει να εξηγήσω και δεν έχω τις αντοχές.

Πάλι μύρισα φλόγες χτες. Ναι, σε μέρη που είναι πάρκα ρε, πάρκα, έλεος!

Πάλι άκουσα δηλώσεις περί ελληνικής αστυνομίας και πόσο κοντά στέκεται στον Έλληνα πολίτη. Ναι, είναι τόσο κοντά που νιώθω την ανάσα της στην πλάτη μου, μην πω και πιο χαμηλά.

Πάλι ενημερώθηκα πως το δικαστήριο θα γίνει σε περίπου ένα χρόνο. Μας μήνυσαν για 4 αδικήματα. Και όλα αυτά γιατί αφελώς επιμέναμε πως το δικαίωμα του πεζού στο πεζοδρόμιο είναι αναφαίρετο και τουλάχιστον αυτονόητο. Δεν θέλω να πω παραπάνω πράγματα για αυτήν την ιστορία. Έχει κυκλοφορήσει αρκετά, τόσο από τον Τάσο, όσο και από αυθόρμητες κινήσεις συμπαράστασης από άλλους ανθρώπους του διαδικτύου. Ούτε για τον επικίνδυνο τρελό που απαιτεί την δική του δικαιοσύνη η οποία φυσικά σημαίνει απλώς πως θέλει να του πληρώσουμε τις μισές δόσεις του τζιπ του και οι αρχές αυτού του τόπου φαίνεται να συμφωνούν μαζί του. Ούτε για το υπεύθυνο όργανο της ΕΛ.ΑΣ., που ρίχνοντας μια ματιά στα μαλλιά και στα ρούχα μας αποφάσισε πως είμαστε βάνδαλοι και χουλιγκάνια και αφού μας έβαλε δυο φορές στα κρατητήρια (a propos, τα κρατητήρια του συγκεκριμένου Α.Τ. είναι μια κούκλα σου λέω! ), συνέταξε μια αναφορά που μας καταδίκαζε με το που θα πατούσαμε πόδι στο δικαστήριο. Και που ποιος μπορεί να με πείσει πως αν του κάνω καταγγελία στο Υπουργείο, θα βρω το δίκιο μου; Θέλω μόνο να σκέφτομαι πως υπάρχει τουλάχιστον μια ελπίδα, αν κρίνω από τους street panthers, την δικηγορική εταιρεία που μας ανέλαβε δωρεάν και είναι τόσο εξοργισμένη με αυτό που θέλει να το φτάσει μέχρι το ευρωπαϊκό δικαστήριο, τους υπόλοιπους γνωστούς και μη, που θέλουν να έρθουν μάρτυρες στη δίκη και τον Gazi που έγραψε ένα άρθρο στα Νέα και μας άφησε να πούμε την ιστορία μας στην εκπομπή του στο κρατικό ραδιόφωνο.Κάποτε πίστευα πως υπάρχουν λύσεις. Μα τώρα πια βρίσκω δύσκολο να μην επιλέξω την αυτοδικία. Και προσπαθώ να αποβάλλω τον κυνισμό μου, αλήθεια προσπαθώ. Γιατί ναι, το ξέρω εδώ και χρόνια “πως αυτός ο κόσμος δεν θα αλλάξει ποτέ”, μα ο μικρόκοσμός μας είναι ανάγκη να αλλάξει. Κι αν αλλάξει ετούτος, ποιος ξέρει, μπορεί να αλλάξει και ο κόσμος μας.

Αφέλεια;

Άντε γαμήσου ρε, που θα με πεις και αφελή.

Ο κόσμος εδώ μέσα είναι φτιαγμένος από μηδέν και από ένα. Έτσι σκέτα, άκλιτα. Μα και ο κόσμος εκεί έξω είναι φτιαγμένος από μηδέν και από ένα. Μόνο που εκεί είναι γκρίζα, μαύρα ή άσπρα μηδέν και ένα. Και ολόκληρος ο σκοπός είναι να έρθουν και να κολλήσουν τα μηδέν και τα ένα σαν προβολές το ένα πίσω από το άλλο. Σαν τις ζωγραφιές – ξεπατικοτούρες που φτιάχναμε μικρά με τσιγαρόχαρτα. Τώρα ξέρω πως τα τσιγαρόχαρτα είναι εξαιρετικά χρήσιμα σαν ξεμένεις στις τέσσερις το πρωί και αν δεν τελειώσεις αυτό το γραφτό θα σε πιάσει ο πονοκέφαλος ακόμα πιο πολύ. Έχω ζαλάδες, έχω αρχή του ίδιου πόνου. Μέρες μες στο σπίτι, Σάββατο βράδυ στους πρόποδες της πόλης και κανένα αμάξι έξω. Κάτι μοναχικές φιγούρες στα συνοικιακά μπαρ κι εγώ να ξεβάφομαι μπροστά στον μεγάλο, όρθιο καθρέφτη που με τρελαίνει η σκόνη του, είναι τόσο κινηματογραφική. Απλώνω το κόκκινο κραγιόν, το μαζεύω με ένα κομμάτι χαρτί και δίνω φιλιά στο παράξενο είδωλο. Είμαι παράξενη, μου είπες πως το δέρμα μου είναι ταλαιπωρημένο και τόσο όμορφο. Είσαι το μηδέν, πάντα ήσουνα κι εγώ ένας σκέτος και περήφανος άσσος τι να σου κάνω;Και τώρα που η θάλασσα ξανάπλωσε τα χέρια της πάνω μου, πες μου μάτια μου πώς να μην κολυμπήσω;Δεν περίμενα όχι, δεν περίμενα.Έχω ένα μικρό χτενάκι, σπασμένο, μαργαριταρένιο και κληρονομιά από άλλες γυναίκες που χτενιζόντουσαν κρυφά και δεν βάζαν ποτέ κραγιόν. Κι εγώ δεν έβαζα, τα τσιγάρα το γλείφαν από τα χείλη μου και το βγάζαν με έναν πόνο. Μα τώρα μ’ αρέσει, λες να ‘ναι που μεγαλώνω; Κόκκινο, πρόστυχο και κινηματογραφικό. Μα γιατί δεν κλαίει πια ο κόσμος στα σινεμά; Μ’ αφήνουν μόνη μου να ακούγομαι. Σε εκείνη την ταινία που φτιάχνω, σβήνω και ξαναγράφω το σενάριο θα την βάλω αυτή την σκηνή.Τα ένα είναι μόνα τους. Η ομάδα αίματος που δεν ταιριάζει με καμία, ούτε καν με τους ομοίους της.Κι εσύ μηδέν μου όμορφο, τραγούδα. Σαν να παλάβωσες επιτέλους την ερημιά σου.

Non, rien de rien, non je ne regrette rien.

Να πάρω ένα μεγάλο κομμάτι χαρτόνι. Να ζωγραφίσω ένα μαύρο κύκλο και μέσα του να βάλω πολλές, πολλές κόκκινες σταγόνες. Κόκκινες, έντονες να ζαλίζουν τα μάτια άμα τις κοιτάνε. Και μετά να πονάς που σ’ αφήνω, να πονάς που είναι νύχτα και δεν ξεσπάς σε/για εμένα. Να σε έχω φουσκώσει νωρίτερα κι όπως κάθε που γυρνάς το βλέμμα να ‘χω φύγει. Να τυλίξω το μεγάλο κομμάτι χαρτόνι έτσι που να γίνει καράβι και να μπω μέσα. Να βγω σε μιαν ακτή που δεν μυρίζει άνθρωπος και να ξαπλώσω γυμνή στην καυτή άμμο. Να μπερδευτεί η άμμος όταν υγραίνεται μες στα πόδια μου, μέσα μου. Να την τινάζω με ακροδάχτυλα ευαίσθητα από τις ώρες παραμονής του νερού. Να ανακατεύω τα μαλλιά μου με φύλλα από ξεραμένα φυτά της παραλίας. Μα πάλι εκεί θα ξεπηδήσεις μπροστά μου και πάλι θα πρέπει να ψάχνω τα σύνεργα, τα χαρτόνια, τις μπογιές μου, να φτιάξω άλλο ένα μαυροκόκκινο καράβι. Να μπω ξανά μέσα κι ίσα που να προλάβω να βγω στην άκρη του βουνού πριν το διαλύσει το νερό, να ορμήξει και να με πνίξει, έτσι που να θυμίζει εσένα, τα χέρια σου όταν με σφίγγουν στο λαιμό, κόμπος για βοήθεια οργασμού, τα μαλλιά σου μυρίζουν πιο έντονα αυτές τις ώρες το ξέρεις; Να σου ζητήσω να μου φτιάξεις ένα τραγούδι για μένα, μόνο για μένα. Αυτό να θυμηθώ να στο πω όταν σε συναντήσω λίγο πριν την κορφή του βουνού, πίσω από ένα χαμόδεντρο. Γιατί τώρα το ξέρω πως θα είσαι εκεί, πάντα εκεί, με άλλη μορφή κάθε φορά, του πατέρα, του εραστή, του πρώτου δασκάλου και του ανατριχιαστικού παπά που ερχόταν ξοπίσω να κοινωνήσει όλη τη γειτονιά κι εγώ τον έδιωχνα, όλους τους έδιωχνα, μόνο λίγες άκρες τους κρατούσα, να θυμάμαι πως μοιάζει ο τρόμος όταν γίνεται άνθρωπος. Εδώ, πίσω από το χαμόδεντρο, δεν θα περιμένω να μου απαντήσεις. Θα πηδήξω απλώς ίσια κάτω. Κι όταν συναντήσω την πλάτη του αετού, εκείνου που μου τάξανε πως θα καβαλούσα όμορφα, θα την σφίξω. Κι εκεί, μόνο εκεί, με την πλάτη του αετού ανάμεσα στα πόδια μου, θα τελειώσω.

Δεν με ερωτεύτηκες ακόμα;

Μετράω αντοχές με γνώμονα τις νύχτες. Κι όσο κι αν εκπλήσσομαι, με φιλάς μέσα από τον αγκώνα και χαμογελάω. Λεωφορείο χωρίς απόκομμα το ξημέρωμα. Και μια ελαφριά νύστα στα βλέφαρα. Δε θέλω να μιλήσω, καθόλου, όχι καθόλου. Αυτές τις μέρες χόρεψα πολύ. Και αλήθεια σαν μου ‘κλεισες τα μάτια, τα είδα όλα καθαρά, αλήθεια. Ξανά σου λέω, ξανά, δεν ακούς;Τώρα εσύ θα φύγεις, θα πας να τραβήξεις τις νότες σου μπροστά σε καινούριο κοινό. Σε ένα χωριό, που ήσυχα πάει κι έρχεται η θάλασσα. Κι εγώ θα μείνω εδώ να σκέφτομαι προορισμούς. Οι καρέκλες στο μικρό καφενείο στα Θολάρια με την περίεργη φωνή του Θανάση, να φυσάει στ’ αυτιά μας πως ο αγέρας πρέπει να ναι τιμωρός. Η δροσιά στον μικρό καταρράκτη ψηλά, στο Να, οι μυρωδιές και κάτι περαστικές κιθάρες.Η βόλτα δίπλα στο ποτάμι στο Κρόιτσμπεργκ, ανάμεσα σε ανθρώπους με στολισμένα κεφάλια και ξανθά παιδιά.Το περπάτημα από το σταθμό του μετρό στο μέρος που βρίσκεται γραμμένο “Κατά τον δαίμονα εαυτού”, έξω από το κέντρο του Παρισιού.Και η αγκαλιά, αυτή που συμβαίνει όταν η Νατάσσα τραγούδησε, πάρε με, πάρε με και μου έλεγες σαν δυο φωτάκια βραδινού αεροπλάνου και μισογελούσες.Ταξίδια μάτια μου, με τραγούδια και χορούς πριν το ξημέρωμα όταν μόνο οι New Order δεν είναι παράταιροι.

Δεν έχω πάει παντού.

Μα ούτε και θα ‘θελα.

 Φορώ βενετσιάνικη μάσκα μου

 Μια φωτογραφική μηχανή

 Κι αν όλα όσα γίνανε μάτια μου,

 Τεντώσαν διπλά το σκοινί;

Θέλω ν’ ακούσω ένα παράξενο τραγούδι που να λέει,

όχι. Όχι αυτό.

Θέλω να είμαι η φωτιά στον μηχανισμό.

Όχι άλλες θεραπείες.

Φεύγω για μια θάλασσα.

Μ’ ακούς;

Αυτό το τραγούδι δεν είναι για σένα,

όχι. Ούτε αυτό.

Μια φωτογραφία, ένα γραφτό, λίγη άμμο ή πέτρες.

Όχι άλλα υγρά μωρό μου.

Αυτό δεν ή θα σου φέρω;

Δυσκολεύομαι να πάρω την επόμενη ανάσα, τα κτίρια ψηλώσαν απότομα, να μου προσέχεις όσο θα λείπω εγώ ε;

Φιλιά.

Επόμενη σελίδα: »